Γραμμα στην Μαρία

Μόλις έφυγε η Έλλη. Βγήκε από το παράθυρο στην βεράντα και πήδηξε στην διπλανή ταράτσα. Της έβαλα λίγο φαγητό αλλά δεν πείσθηκε μάλλον. Εξαφανίστηκε. Η Έλλη είναι η γάτα που μου χάρισε ο φίλος μου ο Άλεξ που είναι φαντάρος. Την βρήκε στο στρατόπεδο με σπασμένο πόδι και την είχε φροντίσει. Μας έλεγε για αυτή την γάτα καιρό τώρα. Σήμερα μου χάρισε την γάτα του. Σήμερα την έχασα. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν βγήκε από το παράθυρο. Εγώ την άφησα στην βεράντα γιατί ήταν βρώμικη και ποιος άκουγε την μάνα μου. Η αλήθεια επίσης είναι ότι την είδα να πηδάει τα κάγκελα και αρκέστηκα στο να της βάλω φαγητό. Η αλήθεια είναι ότι ήταν τελικά πιο μεγάλη από όσο περίμενα. Δεν ήταν ένα μικρό γλυκό γατάκι.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με εσένα βέβαια. Αλλά σου έχω πει ότι μου αρέσει να γράφω.
Και σήμερα θέλω να γράψω πάλι σε εσένα. Γιατί είναι ώρες που νιώθω ότι με έχεις παρεξηγήσει. Και είναι στιγμές που φοβάμαι ότι με έχεις εξηγήσει καλύτερα από εμένα. Είναι οι στιγμές αυτές που σε ερωτεύομαι ακόμα περισσότερο. Αλλά ούτε αυτό είναι το θέμα.
Και ποιο είναι το θέμα?

Προχτές γνώρισα μια κοπέλα που είναι πολύ καλή. Είναι όμορφη, γλυκιά, και τις αρέσω. Μου ζήτησε το χρόνο της βέβαια και δεν σου κρύβω ότι μου κόπηκε το αίμα… αλλά… όλα πάνε καλά. Θα της δώσω όσο χρόνο χρειάζεται παρόλο που διαφωνώ κάθετα με την πρακτική αυτή. Βλέπεις, εγώ είχα την τύχη να ερωτευτώ κάποτε κεραυνοβόλα, και την ατυχία να είμαι πάντα ανυπόμονος. Κι έτυχε η γυναίκα εκείνη να ήταν δυναμική και δεν έτυχε να γνωρίσω ποτέ την ανασφάλεια. Όλη μου την ζωή γυναίκες με κυνηγάγανε. Ποτέ μου δεν διεκδίκησα εγώ γυναίκα. Δεν ξέρω γιατί και πως. Δεν λέω ότι είμαι όμορφος, ούτε ότι ήταν περισσότερες από αρκετές. Για κάποιο λόγο όμως έτσι έγινε.

Εσύ είσαι η πρώτη γυναίκα που διεκδίκησα έχοντας το μυαλό μου μέσα στο κεφάλι μου. Και είσαι η δεύτερη στην ζωή μου μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν την σχέση κεφαλιού και μυαλού στον χωροχρόνο. Είσαι η πρώτη γυναίκα που είπα «την θέλω και θα προσπαθήσω» και ως εκ τούτου είσαι η πρώτη γυναίκα που ουσιαστικά απέτυχα.

Δεν ξέρω τελικά αν σε ενδιαφέρουν αυτά, αν σε κάνουν λίγο να χαμογελάς, και το σίγουρο είναι ότι δεν τα λέω για να με λυπηθείς, ούτε για να αλλάξεις γνώμη.

Είσαι εκπληκτικό κορίτσι. Είσαι πολύ έξυπνη και πολύ όμορφη. Είναι αυτά τα δύο που είδα σε εσένα και μου άρεσες. Και είναι όλα τα άλλα που με έκαναν ποτέ να μην σου ριχτώ. Γιατί είδα ότι απείχαμε πολύ. Και όταν είδα τελικά κάτι να βλέπεις και εσύ χάρηκα γιατί σκέφτηκα ότι αν προσπαθήσουμε και οι δύο θα βρούμε μια μέση λύση. Θα ράψεις εσύ λίγο την τρύπα στην μπλούζα, θα μπορέσω να σε συστήσω στους φίλους μου με ραμμένη μπλούζα. Ναι ξέρω…. «Να σε συστήσω στους φίλους μου…» είναι λίγο κάπως ακόμα και για εμένα αυτό, αλλά τι να κάνεις… και εσύ πηγαίνεις στα μπουζούκια…

Αλλά ούτε αυτό είναι το θέμα.

Η ζωή Μαράκι ζητάει από παντού. Και σε ζητάει ολόκληρο. Στο γραφείο, στην οικογένεια, στους φίλους, στις βόλτες, στα φλερτ, στις γυναίκες, στον έρωτα. Και αυτό που νιώθω είναι ότι εσύ ζητάς περισσότερα από όσα μπορώ να δώσω. Γιατί μάτια μου και εγώ ψάχνω μια φωλιά να προστατευτώ από τους φόβους μου. Να στεγνώσω την ματαιότητα από τα κόκκαλα μου. Και προσπαθώ να ζω τις στιγμές μου χωρίς να τις σκέφτομαι. Και μετά να μαζεύω τα ασυμμάζευτα. Και να γελάω με τα καμώματα μου. Και ας είμαι σίγουρος ότι πίσω από τα μάτια σου κρύβεται το πιο φωτεινό χαμόγελο του κόσμου, την καταστροφή την φοβάμαι περισσότερο. Όπως την φοβάσαι και εσύ πιστεύω. Και όπως την φοβούνται όλοι.

Δεν μπορώ να σε βλέπω να χάνεσαι. Γιατί αυτό κάνεις. Όχι ότι εγώ είμαι καλύτερος, τα ίδια κάνω και χειρότερα κάποιες φορές, αλλά όχι εσύ. Πρέπει να μάθεις να χαμογελάς Μαράκι. Όλη ημέρα. Γιατί στο τέλος αυτό μετράει περισσότερο από όλα. Πρέπει να μάθεις να συμβιβάζεσαι γιατί η κάθε χαρά είναι κέρδος και το κέρδος δεν παύει να είναι κέρδος όσο μικρό και εάν είναι. Πρέπει να μάθεις να ερωτεύεσαι. Να μάθεις ξανά πως είναι να κλαις και να γελάς. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Εγώ τουλάχιστον δεν βρήκα άλλον. Και τα χρόνια πέρασαν πολύ γρήγορα και πλέον μου μιλάνε στον πληθυντικό. Τα παιδιά Μαράκι, μου μιλάνε στον πληθυντικό.

Σου το έχω πει αυτό? Δεν είναι αυτό το θέμα βέβαια αλλά πρέπει να στο πω. Κάποτε είδα μια όμορφη και γλυκιά κοπέλα να κρατάει μια κιθάρα και προσπάθησα να την φλερτάρω και προφασίστηκα ότι θέλω να παίξω λίγο κιθάρα. Και όταν τελείωσα πράγματι είχε εντυπωσιαστεί γιατί ήμουν και όμορφα ντυμένος και με καλή διάθεση. Και τότε μου το είπε: «σαν και εσάς θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω»!!! άκουσον άκουσον! Μα… μόλις χθες πήγαινα νήπιο.

The moon Is a harsh mistress από το beyond the Missouri skies του metheny.

Με αυτό το τραγούδι θα ήθελα κάποτε να σου κάνω έρωτα.

Αλλά αυτό το κάποτε θα μείνει κάποτε. Γιατί προχτές γνώρισα μια κοπέλα που είναι πολύ καλή. Δεν την έχω γνωρίσει ακόμα καλά αλλά μου αρέσει γιατί της αρέσει να την λέω καρδιά μου. Και είναι πολύ όμορφη. Και έχει υπέροχο χαμόγελο.

Και με αυτά σου λέω πως όταν τελικά σου έρθει η όρεξη να με δεις καλύτερα να μην με πάρεις.

Και αυτό είναι το θέμα Μαράκι. Γιατί σου είπα πλέον δεν είμαι παιδί. Ήξερα ότι κάτι θα μου χαρίσεις. Δεν ήξερα αν θα ήταν χαρά ή λύπη, μα και τα δύο ευπρόσδεκτα είναι. Και εσύ με πλήγωσες και εγώ αγκάλιασα το δώρο σου. Και σε ευχαριστώ για αυτό. Θα ήθελα να μείνουμε φίλοι αλλά δεν θέλω… θα χαλάσει το θεατρικό της όλης ιστορίας.

Αυτά. Λίγο μελό αλλά τι στα κομμάτια. Να είναι καλά τα τσιλάμ.

στην σκιά του Ελύτη

Μέρες γιρτών.
Απρόσκλητες, μικρές,
των πιο βαθιών σιωπών οι ώρες.
Σαν την σιωπή που τον εαυτό της ερωτεύτηκε,
και τραγούδησε,
τραγούδι στης ψυχής την ηχώ.
Εκεί! στο πουθενά, στο πέλαγο,
οι απουσίες αγγαλιάζουν τις ευχές.
Και τα φιλιά, δάκρυα καυτά,
στο κατάρτι του χαμού.
Τα βλέπω να κυλούν μα το χέρι είναι δεμένο,
την φωτιά να χαιδέψει...
την φωτιά να μην!
Να μην πονέσει, να μην καεί.
Να μην σβήσει.

η μέρα που πέρασε

Δεύτερο βράδυ ξενυχτάω έως πρωίας πάνω απο ένα βιβλιο στατιστικής την οποία έπαιζα στα δάκτυλα λόγω αγάπης για τα μαθηματικά εν γένει αλλα έκτοτε δεν την ακούμπισα ποτε. καθώς μεγαλώνουμε η μαθησιακή ικανότητα εξασθενεί και είναι σίγουρο πως δεν αρκούν μερικές ώρες για μπει πάλι το νερό στο αυλάκι έστω και με πιο αργούς ρυθμούς. επικεντρώνομαι στα ςος που είναι οι πιθανότητες που έχουν άλλωστε και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Η ημέρα ξημερώνει και με βρίσκει στο δικαστήριο εν όψη της πολυαναμενόμενης δίκης που έχει πάρει ήδη 3 φόρές παράταση απο το 2004 οπότε και είχα εκείνο το σοβαρό ατύχημα. 3 φορές παράταση, καθότι την πρώτη ο δικηγόρος μου ζητησε να μην παω, την δευτερη ήμουν άρρωστος, την τρίτη έγινε λάθος στο υπηρεσιακό σημείωμα με αποτέλεσμα να πάω σε άλλο κτίριο. η ακρόαση είναι σημερα 15η σε σειρα στοιχείο που καθιστά την πραγματοποίηση της μαλλον απίθανη. (αν κατα μέσο όρο πραγματοποιούνται 15 ακροάσεις την ημέρα με διασπορά 7.4 και επικρατουσα τιμη 12, ποια η πιθανότητα να μην χασω άδικα τον πολύτιμο χρόνο μου???)

φευγω και πάω στο γραφείο όπου ακυρώνω το ραντεβου με τον συμβουλό του iso για να διαβασω. Μια βλάβη στο ιντερνετ που μου έκοψε το νετ μπανκιγκ με αναγκαζει να περασω αρκετο χρονο απολογουμενος σε συνεργατες μου οποτε πάει το διαβασμα οποτε και ξεκιναω να παω στη σχολη αρκετα πιο νωρις για να περασω απο το συνεργειο να αφησω το ενα μηχανακι και να παρω το αλλο (εχουν περάσει πλέον δυο μήνες που χρησιμοποιώ το 1000άρι μέσα στην αθήνα που μου αδειάζει την τσέπη με την τρελή κατανάλωση του), το οποιο ομως δεν ειναι τελικα έτοιμο, οποτε και με ενημερωνει ο πελατης μου που ηταν η επομενη σταση οτι δεν θα μπορεσει να με εξοφλησει αυτην την εβδομάδα, φερνοντας το εβδομαδιαιο ισοζύγιο ρευστών μου τούμπα. πηγαίνω στο σπίτι μου να δω πως τα πανε τα μαστορια που το ανακαινιζουν και να τους δειξω κάποια πραγματα αλλα φτανω εκει και δεν είναι κανεις. ο τηλεφωνητής του κινητού μου συνηγορεί υπέρ του εργοδηγού.

Φτανω στο πανεπιστημιο, όπου μπανιζω και κατευθείαν γνωριζω μια αεροσυνοδο συμφοιτητρια ορισμο του φυσικου ωραιου και σοβαρου, αλλα χανω το παιχνιδι πρωτου ξεκινησει λογω μη εξυπνων κινησεων, μετα απο δυο ξενυχτια και τις σχετικες εξελιξεις το μυαλο υπολειτουργει και δν αντιλαμβανεται την σημαντικοτητα της ερωτησης "τι ετος εισαι?". εκεινη ειναι 12ο εγω 8ο αλλα εκεινη μπηκε με την πρωτη εγω με την τριτη. δεν το διευκρίνησα ποτε αλλα κοιταγα τα βιβλια και τις σημειωσεις, αφηνοντας την να σκοτωσει οποιες πιθανοτητες υπήρχαν για μια υπεροχη γνωριμία. αργοτερα το κανενα κοινο χρωστούμενο μάθημα περαν της στατιστικής αλλα και η βερα στο χερι της με αποθαρρύνει να ζητήσω το τηλέφωνο της.

Μέσα στο μάθημα ανοίγω το βιβλιο να βρω καμια απαντηση. κανενα θεμα δεν αφορα πιθανοτητες οποτε και η πιθανοτητα να το περασω χωρις σκανδαλια ειναι μηδενικη. με αντιλαμβανεται ο πιτσιρικας επιτηρητής, (νέα βελτωμενή εκδοση πλεον επιτηρητών) οποτε και μου ζητάει να παω μπροστα. των ενημερώνω πως καλυτερα να του παραδώσω το γραπτό προσπαθόντας να τον πείσω να με αφήσει ήσυχο αλλα που. κατεβαίνω στην έδρα του δίνω το γραπτο και με κοιταει... μου λέει οτι με θυμαται γιατι μπηκαμε μαζι, ερχόσουν μονο τον πρώτο μήνα μετα δεν ξαναρθες. εντυπωσιάζομαι. συνεχίζει λεγοντας μου οτι δεν μου ζητησε να παραδωσω το γραπτο μου αλλα να παω να κατσω μπροστα...

κλεισε και κανα ματι ρε φίλε τι τα έχουμε... συνηδητοποιω οτι έχω αργησει με τον δικηγόρο οποτε και πεταω την δυνατότητα να ξανακάτσω να τελειώσω με πολυ καλες προοπτικες πλεον το γραπτο που θα μου φέρει το πτυχιο καθοτι αυτο αποτελει το μονο μαθημα που με δυσκολευει. ο δικηγόρος μετα απο λίγο με ενημερώνει ότι κάτι προέκυψε και δν θα μπορέσει. τα νευρα μου είναι σε άριστη κατάσταση. αν εξαιρέσεις το οτι νυστάζω δν νιώθω οτι έχει πάει κάτι στραβα παρόλο που ουσιαστικά όλα στραβά πήγαν.

Η ημέρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απόλυτη αποτυχία. Φτανω στο σπίτι των γονιών μου και η μανα μου ρωταει και μετα ξεκινάει την κριτική με τα γνωστά αλητη, χαραμοφάη, αιώνειε φοιτητή, ντροπη κτλ. την αγγαλιάζω την φιλάω και τις υπενθυμίζω οτι ακομα δεν έχω αναρώσει πλήρως και δεν πρέπει να με πιέζει. φυσικά δν σταματάει οποτε και αρχίζω πλέον να την γραφω. και πάλι δν σταματάει οπότε έρχεται ο αναμενόμενος τσακωμός, τα νεύρα μου αρχίζουν πλεον να τεντόνωνται. ανοιγω μια μπυρα και χαλαρώνω με μουσική.να οργανωθούμε έχω ακομα 5 μαθήματα.ειμαι κουρασμένος αλλα το ηθικό είναι ακμαιότατο.

Αλλη μία ημέρα ήταν, μπορει να μην είχε επιτυχείες αλλα τουλάχιστον δεν είχε και αποτυχίες. μιλαω με μια φιλη οπότε και αντιλαμβάνομαι οτι η ημέρα μου δεν ήταν και ότι καλύτερο και θυμάμαι και πόσες φορές έχω ακούσει φίλους και γνωστούς να κλαίγονται για το ένα δέκατο όσων είχε η μέρα μου λες και τους βρήκε κανα κακο. χαίρομαι που δεν είμαι θύμα τέτοιας συμπεριφοράς.

το βράδυ ενας καλός φίλος με επισκέπτεται και με ενημερώνει ότι ο πατέρας του έχει καρκίνο.τωρα συνηδητοποιώ ότι η ημέρα μου πριν απο αυτά τα μαντάτα φαντάζε υπέροχη και ζωντανή. τωρα συνηδητοποιώ οτι εκεινη την στιγμή η μέρα μου χάλασε.και τώρα ζω το αύριο της.

Μια μικρή φυγή.

Κάθε ταξίδι δεν έχει έναν μόνο προορισμό. Έχει δύο. Αυτόν που θα πάς τώρα, και εκείνον που δεν θα πάς ποτέ. Μα όποιον και αν διαλέξεις, η απεραντοσύνη του κόσμου θα δώσει μια απάντηση στο ερώτημα που σκλαβώνει τις νύχτες που θρέφουν την φυγή σου. Την ίδια στιγμή που θα συλλαμβάνει το σπόρο της επόμενης.
Γιατί κάθε ταξίδι, μικρό ή μεγάλο ξεκινάει από μία επιθυμία. Την επιθυμία της φυγής. Την επιθυμία να απομακρυνθείς από έναν αόρατο φόβο, από ένα κρυφό άγχος που ετοιμάζεται να φουντώσει και να σε καταπιεί. Το ταξίδι έχει εκείνη την ιδιότητα της καινής διαθήκης. Όποια σελίδα και να ανοίξεις, ότι και αν διαβάσεις, περιέχει μια απάντηση στο πρόβλημα σου. Έτσι και στο ταξίδι, όπου και να πας θα βρεις απαντήσεις. Μόνο που θα ξέρεις μέσα σου, όσο πιο μακριά πας, τόσο πιο αληθινός είναι ο φόβος σου.
«O κόσμος δεν είναι κακός. Είναι απλά πολύ μεγάλος για να σε αφήσει να τον καταλάβεις».
***
Μου φάνηκε ότι πήρε πολύ ώρα. Όταν ταξιδεύει ο νους μακριά θέλει και εκείνος την ώρα του. Να γυρίσει πίσω, να τα μαστορέψει όλα να μπουν στην σωστή σειρά. Και εγώ ήμουν μακριά. Σήκωσα το κεφάλι μου και ο νέος κόσμος απλώθηκε σα σεντόνι πάνω στον παλιό, τόσο αργά, που σχεδόν ένιωθα μια παρουσία να το στρώνει μπροστά μου. Οι γραμμές και τα σχήματα άρχισαν να παίρνουν τις θέσεις τους, ζωγραφίζοντας στα μάτια μου το παραπέτασμα που αποκαλούμε πραγματικότητα. Σε μια στιγμή έφυγα από την παραγκούπολη της Βομβάης και βρέθηκα στο σταθμό των τρένων του Βουκουρεστίου. O ήλιος τρύπαγε δυνατός από παντού σε μια άνιση πάλη με το κρύο και η μύτη και το στέρνο γέμιζαν με τον βαρύ και βρώμικο ρουμάνικο αέρα. Κόσμος πηγαινοερχόταν αδιάκοπα, και πίσω τους, τα άψυχα κουρασμένα τρένα περιμένανε στις προβλήτες. Σαν παλιό αμερικάνικο μιούσικαλ, σαν ταινία σε σινεμά αυτοκινήτων, και εγώ παρκαρισμένος εκεί, στο πιο οικείο ΜακΝτόναλτς που είχα πρωτοπάει ποτέ.
Η προσοχή μου, ενστικτωδώς οδηγήθηκε στον πινάκα του σταθμού όπου παρατήρησα ότι το μέσο και ο προορισμός μου δεν είχαν ακόμα φανεί. Ήταν νωρίς. Περίπου τρεις ή τέσσερις το μεσημέρι. Πήρα μια μικρή ανάσα για να κοιμίσω ένα μικρό νεογέννητο φόβο. Είχα ήδη χάσει μια πτήση σήμερα, το να χάσω και το τρένο θα με καθιστούσε τόσο γελοίο που δε θα μπορούσα να το αρνηθώ πλέον στον εαυτό μου. Γύρισα στα αριστερά μου, στην αφορμή της ανησυχίας μου και είδα, πίσω από τον ξύλινο διαχωριστικό φράχτη, μια φιγούρα που κοντοστεκόταν. Ήταν μια ηλικιωμένη και κοντή γυναίκα, μια γριά με ζαρωμένο πρόσωπο τυλιγμένο σε ένα μαύρο κουρασμένο και βρώμικο σάλι. Με κοιτούσε. Τα γαλαζοπράσινα μάτια της, ήταν σαν κρυστάλλινες λίμνες κρυμμένες σε πυκνά δάση από τον μεσημβρινό ήλιο. Ήταν τόσο καθηλωτικά που μόλις και μετά βίας κατάφερα να δω το απλωμένο χέρι της. Κάπου βρήκα την φωνή της και συνειδητοποίησα ότι μόλις μου είχε μιλήσει και τώρα με κοίταζε χωρίς να κοιτάζει τίποτα, απλά περιμένοντας, με βλέμμα άδειο από ζωντάνια.
Την κοίταζα παγωμένα ανέκφραστος καθώς μου μιλούσε και ενώ το αέναο βουητό του σταθμού έντυνε τους ξένους ήχους που έβγαζε το στόμα της. Έδειχνε σαν να είχε καταλάβει ότι ήμουν ξένος. Μα συνέχιζε να με κοιτάει στα μάτια, όπως την κοίταζα και εγώ, και είδα μέσα στα μάτια της αυτά που και εκείνη έβλεπε. Είδα τις σκέψεις που ταξίδεψαν στο κεφάλι της, αυτές που ζουν για λιγότερο από μια στιγμή, μα μιλούν περισσότερο από όλες. Είδα στα μάτια της την αλήθεια που δεν θα μπορέσει να σου πει ποτέ ο καλός σου φίλος. Είδα την αλήθεια που όλοι ψάχνουμε ενώ την έχουμε μπροστά μας. Σε ένα δάσος μοναχικών καθρεπτών εμείς ψάχνουμε μανιωδώς να βρούμε την κακοτυχία μιας μικρής κρυμμένης ρωγμής.
Είδα έναν καλοντυμένο και χορτάτο νέο, χωρίς γραμμές στο μέτωπο, χωρίς ζάρες στα μάτια, που απολάμβανε κάθε στιγμή των στιγμών του, χωρίς βιασύνη. Έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να είναι ευτυχής και να γιορτάζει την ευτυχία του αν είχε καρδιά ανοιχτή. Αν μπορούσε να την ακούσει που του φώναζε «πονάω σταμάτα» όσο εκείνος της γύριζε πεισματικά την πλάτη. Σαν σωσίας του μεγάλου Αλεξάνδρου που φωνάζει «δεν είμαι εκείνος ρε», την ώρα που καβάλα στο άτι του καλπάζει να κατακτήσει την Ινδία. Όνειρα χαμένα προτού βρεθούν, σκλαβωμένα από την ελευθερία τους. Είδα εμένα να χλευάζω την ελευθερία μου και να προσπαθώ να φύγω μακριά της.
Για μια στιγμή που ποτέ δεν ήρθε χαμογέλασα, με εκείνο το χαμόγελο που δεν συγκινεί τα χείλια, και της είπα στα ελληνικά ότι δεν έχω χρήματα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, και μαζί τους, πέρασα από μια πραγματικότητα σε μια άλλη, τόσο γρήγορα λες και τις χώριζε ένα λεπτό σεντόνι. Εκείνη το είδε, και το βλέμμα της νεκρώθηκε. Το κεφάλι της έγειρε αργά, γύρισε, και άρχισε να απομακρύνεται.
Έκλεισα το βιβλίο, και έπιασα να στρίψω ένα τσιγάρο. Κοίταξα το ρολόι και μέτρησα τις ώρες. Τρεις ακόμα χρειάζονται να προστεθούν στις τρεις που πέρασα καθισμένος διαβάζοντας. Έβαλα το τσιγάρο στο στόμα, το άναψα, και άφησα το βλέμμα μου ελεύθερο. Χάρισα τα χαλινάρια στο υποσυνείδητο, να διαλέξει εκείνο προορισμούς. Γύρω μου, μικρές προσωπικές ιστορίες πηγαινοερχόντουσαν. Βιαστικές, κουρασμένες, χαρούμενες ή λυπημένες, με αγωνία ή ευθυμία και όμως όλες τόσο όμοιες σαν να υπακούνε σε κάποια μυστηριώδη δύναμη. Οι ήχοι μπλέκονται και ενώνονται σε μια μελισσοβουή, και όλα ξαφνικά είναι τόσο ήσυχα που είσαι σίγουρος πως κάτι θα ξεσπάσει εκείνη την στιγμή, και ξαφνικά! μέσα στην ανάσα που κρατιέται και γρήγορα αφήνεται, επιστρέφει η ηρεμία στην σιωπή. Το βλέμμα συνεχίζει το ταξίδι του. Λίγο παραπέρα ένα ζευγάρι αγκαλιάζεται με πάθος, και εκείνη στις μύτες των ποδιών της, του χαρίζει ένα κάπως ντροπαλό φιλί. Τα μάτια θέλουν να κοιτάξουν αλλού μα δεν τα αφήνω. Περίεργο που όταν βλέπεις τον έρωτα σε ξένους συνειδητοποιείς πόσο πολύ σου έχει λείψει. Ακόμα πιο περίεργο όμως είναι αυτοί οι τερματικοί σταθμοί των τρένων. Σε όποιο τόπο και να πάς, οι τερματικοί σταθμοί είναι οι αυθεντικοί ναοί της μοναξιάς. Το μόνο μέρος όπου η μοναξιά δεν είναι βάρος αλλά ο καλύτερος φίλος.
Ρούφηξα μια τζούρα από το τσιγάρο και βάλθηκα να πιάσω τις σκέψεις που χόρευαν ξέφρενα στο υποσυνείδητο μου. Όλοι είμαστε σκλάβοι. Όλοι πονάμε και υποφέρουμε και κουβαλάμε βάρη στην πλάτη μας. Είναι η μοίρα της τι να την κάνεις αλλιώς θα σου είναι άχρηστη θα την βαρεθείς και θα την πετάξεις. Και εγώ είμαι σκλάβος. Οι αλυσίδες είναι οι ίδιες οι δικές μου, οι αποφάσεις ενός δειλού μα αυτό το ήξερα και δεν με έκανε ποτέ να νιώθω λιγότερο σκλάβος τους.
Εκείνη δεν είχε τίποτα πέρα από τα ρούχα της. Τίποτα! Υπάρχουν στιγμές που θα έδινα τα πάντα για να μην έχω τίποτα. Δουλειά, λεφτά, σπίτια, αυτοκίνητα, οικογένεια, φίλους… όλα αυτά τα «έχω» που δίνουν λιγότερα από όσο δίνονται. Δυστυχώς η ελευθερία δεν είναι κάτι που μπορείς να δεις στο παραπέτασμα των ματιών. Η ελευθερία δεν υπάρχει εκεί έξω ελεύθερη. Πόσο οξύμωρο βέβαια ακούγεται, μα πόσο αλήθεια είναι. Ελεύθερος είναι αυτός που επιλέγει ελεύθερα τους τυράννους του.
Με δική μου απόφαση, μπήκα στον κόσμο των μεγάλων, και παρότι δεν φόρεσα ποτέ γραβάτα, έβγαλα τα σκισμένα τζιν, κούρεψα τα μακριά μαλλιά, πέταξα τα αθλητικά και τα σκουλαρίκια, και στην θέση τους έβαλα έναν κομψό καλοκουρεμένο τύπο, που φοράει σακάκι, και πηγαίνει στην δουλειά του καθημερινά, να το παίζει επιχειρηματίας για να κόβει επιταγές και να μιλάει με τραπεζίτες. Τη άκυρη μοίρα αυτή για μένα…
Where are these silent facesI took them allThey all went awayNow you are all aloneTo turn out every light so deep in meHold on, too lateWill I ever see them back againOr did they all died by my handOr were they all killedBy the old evil ghostWho had taken the ocean Of all my dreams I knew the answers… but now they are gone for me
Είναι λίγα τα πράγματα που αληθινά απολαμβάνω στην ζωή μου. Τα καλά βιβλία, τα καλά τραγούδια, και οι καλές ανατολές του ηλίου. Αυτές που σε ξυπνούν ερωτευμένο και σε προσκαλούν να τις απολαύσεις στο κρύο. Μεγάλες ρομαντικές εικόνες όμως χαρίζουμε στον εγωισμό μας. Είναι και ο έρωτας που τον έχω πλέον ξεχάσει.
Αποφάσισα να ακούσω λίγη μουσική. Έβγαλα το περίφημο gadget ηχείων με mp3 player, απόλυτα απαραίτητο αξεσουάρ στα ταξίδια μου και έβαλα ένα δίσκο του Montgomery. Πόση χαζή χαρά μου έδινε το gadgetάκι. Όταν ταξιδεύεις με μοτοσυκλέτα για ένα μεγάλο ταξίδι, φορτωμένος με σύνεργα κατασκήνωσης, δεν μπορείς παρά να παίρνεις μαζί σου τα απολύτως απαραίτητα. Αυτό το gadgetάκι έβαλε την μουσική στα ταξίδια μου στην απαραίτητα ελάχιστη ποιότητα. Το κοίταγα με αγάπη και σεβασμό. Και ακόμα έτσι το κοιτώ. Το αγαπώ και το λυπάμαι. Ξέρω ότι θα στεναχωρηθώ πολύ όταν χαλάσει μα όλη η αγάπη μου θα το εγκαταλείψει για να δοθεί ενθουσιασμένη σε ένα νέο πιο καινούργιο.
Άκουγα την μουσική χωρίς να σκέφτομαι τίποτα συγκεκριμένο. Πάντα έτσι είναι με τον κύριο Montgomery. Απλά ακούς, και κουνάς το πόδι σου. Συχνά κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι εντελώς. Το ευχαριστιόμουν για κάμποση ώρα, όταν αναπάντεχα η μουσική από ζεστό κορμί έγινε μακρινό ρούχο. Ένοιωσα, για μια απειροελάχιστη στιγμή, σαν να γεννήθηκε η επιθυμία στις τρίχες του σβέρκου μου να χορέψουν. Τα φρύδια μου ελαφρά συνοφρυώθηκαν, και τα μάτια μου μπορέσανε να στρίψουν λίγα χιλιοστά το λαιμό μου, πριν τα σταματήσω. Την ήξερα αυτή την αίσθηση. Πιστεύω όλοι την ξέρουμε και όλοι την αναγνωρίζουμε, γιατί σε όλους μας τα σημάδια της είναι ίδια.
Γύρισα και χωρίς προσπάθεια ξεχώρισα ανάμεσα στο πλήθος μια κοπέλα. Δεν ήμουν όμως μόνο εγώ. Ήμασταν δύο, που ταυτόχρονα κοιταχτήκαμε χωρίς λόγο. Περπάταγε μόνη περίπου οχτώ μέτρα πίσω μου, και για τα επόμενα δύο δευτερόλεπτα κοιταζόμασταν. Δύο δευτερόλεπτα που κράτησαν αιώνες που μέσα τους ζήσαμε και οι δύο την μαγεία του να ξέρεις χωρίς ποτέ να έχεις μάθει, μα τελείωσαν πιο γρήγορα από μια στιγμή, όταν σηκώσαμε δειλά τα χέρια μας και χαιρετηθήκαμε, και μετά χάθηκε μέσα στο πλήθος.
Είναι οι στιγμές που προσπαθείς να καταλάβεις, να κρατήσεις, μα γλιστρούν σαν την άμμο μέσα από τα χέρια σου. Το έχω ξαναζήσει. Όχι πολλές φορές. Μα κάθε φορά είναι πιο δυνατό. Η μαγεία του με γέμισε και ξεχείλισε. Θυμήθηκα την πρώτη φορά. Όταν είχα δει εκείνη. Το φώς που έδιωξε την τρίτη διάσταση του χώρου και χώρισε τον κόσμο στα δύο. Υπήρχε εκείνη, και πίσω της θολά και ξεθωριασμένα όλα τα άλλα. Θυμήθηκα την τελευταία φορά. Εκείνο το βράδυ που ξύπνησα ξαπλωμένος στο χώμα και κολύμπησα ζαλισμένος σε έναν αιώνιο φόβο μέχρι που η σερνόμενη φοβισμένη λογική μου χαιρέτησε τον πόνο στο χέρι μου. Μου είχε σπάσει ο αριστερός καρπός. Λέξεις που φαντάζουν σε μένα τραγούδι. Και με κάνουν να γελώ.
I knew the answers… but now they are gone for me
Και να ‘μαι τώρα, να γράφω αυτά που έπρεπε να ζω. Να ‘μαι τώρα, που όλη μου η καρδιά σκλαβώνεται από ένα λευκό χαρτί, ανήμπορη να μιλήσει, ακόμα και όταν όλο το σώμα τρέμει εκείνη σκύβει το κεφάλι και περιμένει κοιτώντας ψηλά, όπως κοιτάει το πιστό σκυλί τον ιδιοκτήτη του που σηκώνει απειλητικά την εφημερίδα.
Και τότε έρχεται η φωνή: «Μάταιο! Μάταιο! Μάταιο!»
Και ένα χέρι βίαια σου κλείνει τα σεντόνια. Ανοιγοκλείνεις τα μάτια και ξαφνικά το μόνο που σκέφτεσαι είναι ένα λευκό χαρτί. Και κοίτα! έχω ένα τετράδιο γεμάτο από δαύτα μαζί μου σήμερα.
Η ώρα πέρασε. Το κρύο έχει γίνει τσουχτερό, και δεν έχω πάρει ρούχα μαζί μου. Είναι οχτώ παρά. Και τέταρτο το τρένο φεύγει. Πάω να βρω μια ωραία ήσυχη κλινάμαξα να συνεχίσω το βιβλίο μου. Με συντροφιά ένα τσιλάμ και λίγο ουίσκι, θα φύγω από την Ρουμανία και θα βρεθώ ερωτευμένος φυγάς στην Ινδία, μέχρι το πρωί.

φαντασία

Πολυταξιδεμένε νου
Σε παραστάσεις Θεάτρων νοερών έχω χορέψει
που την ζωή τους
πολλοί δεν γνώρισαν

Τον εαυτό μου αγγάλιασα
με όλη μου την αγάπη μα και!
με περίσσιο μισανθρωπισμό
καλλιεργώντας μια ταπεινότητα
που με αυθάδεια τώρα πολεμό

περασμένα φαίδρα μεγαλεία
δεν θα κυνηγήσω
Δεν θα βιαστώ να ολοκληρώσω, αυτό
που ποτέ δεν ολοκληρώνεται

αυτό το γλυπτό
πλασμένο από καθαρό πυλό και βρώμικο μετάξι
Αυτόν τον κούρο τον αρχαίο
που η έλλειψη άκρων
προσθέτει στην μεγαλειώτητα του.
Αυτά τα μυστήρια μάτια
που συναντώ σπάνια
στο πρόσωπο του καθρέπτη

Γύρω σου κοιτάς
τις παραστάσεις του μυαλού σου
παιχνίδι δικό σου
ή δικό παιχνίδι τους εσύ

Η καχυποψία Επαγωγικώς



Έστω υποκείμενο: νεαρός άνθρωπος με πανάρετη καρδιά, αγαθές προθέσεις σε σημείο αγιοσύνης αλλά με εγκέφαλο που παρουσιάζει μειωμένη αποδοτικότητα στην διαδικασία της εξαγωγής ωφέλιμων συμπερασμάτων βάσει των δεδομένων του περιβάλλοντος του. (κοινώς: καλός αλλά βλάξ, ιδιαίτερα σπάνια περίπτωση στον πραγματικό κόσμο αφού απαιτεί αυτός ο άνθρωπος να είναι αυτοκαταστροφικός όχι από συνειδητή απόφαση - καθώς δεν έχει τα προσόντα - αλλά από συγκυρίες που του στέρησαν την εξουσία και δυνατότητα να κάνει άθελα του κακό σε άλλους οπότε μένει μόνος να πληρώσει την νύφη της βλακείας του)

Χάρην συντομίας το σύνολο των στοιχείων που ορίζουν την αποδοτικότητα στην διαδικασία της εξαγωγής ωφέλιμων συμπερασμάτων βάσει των δεδομένων του περιβάλλοντος θα το βαπτίσουμε «εξυπνάδα»

Στο παραπάνω σιωπηλά έχει γίνει μια παραδοχή που αφορά στην διαφοροποίηση εξυπνάδας και αγαθότητας. Προσωπικά τάσσομαι με την άποψη του Σωκράτη, ήτοι θεωρώ ότι δεν διαφοροποιούνται αλλά επειδή αυτό είναι άλλη συζήτηση τα διαχωρίζω χάρην του παραδείγματος.

Έστω λοιπόν αυτό το υποκείμενο θέλει να περάσει στο πανεπιστήμιο.

Τα πανεπιστήμια έχουν πεπερασμένη δυνατότητα εισαγωγής φοιτητών και για αυτό γίνονται εξετάσεις από τις οποίες περνάνε με μια κάποια απόκλιση οι εξυπνότεροι. Έστω λοιπόν ότι το υποκείμενο - που χάρην συντομίας θα βαπτίσουμε Λάκη Λαλάκη - συγκαταλέγεται στο 30% των πλέον ηλίθιων στην δεδομένη γεωγραφική περιοχή. Και έστω ότι οι πληθυσμοί του παραδείγματος είναι τέτοιοι που τον αναγκάζουν να πρέπει να καταφέρει να αποδώσει καλύτερα στις εξετάσεις του από αναλογικά άλλους 2 που είναι πιο έξυπνοι από αυτόν.

Φαντάζομαι ότι άπαντες θα συμφωνήσουν ότι ο Λαλάκης δεν παίζει να περάσει στο Πανεπιστήμιο. Αγνοούμε την πιθανότητα να βρεθούμε μέσα στο στατιστικό σφάλμα και καταλήγουμε στο ότι δεν θα περάσει στο πανεπιστήμιο ο Λαλάκης.Ο λαλάκης λοιπόν καλείται άνευ βοήθειας να εκπαιδεύσει τον εαυτό του και το μυαλό του ώστε να γίνει καλύτερος από ότι ήταν. Συμφωνούμε ότι η πρόοδος του θα είναι ασύγκριτα μικρότερη από την πρόοδο των υπολοίπων που θα έχουν περάσει στο πανεπιστήμιο. Και η διαφορά φυσικά εγκεφαλικής απόδοσης θα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διατυπώσουμε μια παραδοχή

Δεν είναι δυνατόν να είναι όλοι το ίδιο έξυπνοι. Πάντα θα υπάρχουν εξυπνότεροι και λιγότερο έξυπνοι, όπως και παντελώς ηλίθιοι.

Αναγκαστικά λοιπόν, εφόσον το σύστημα είναι έτσι, οι διαφορές στην εγκεφαλική λειτουργία των μελών μιας κοινωνίας μεγεθύνονται. Οι βλάκες παραμένουν βλάκες και οι έξυπνοι γίνονται εξυπνότεροι.

Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί ένα χάσμα επικοινωνίας, το οποίο έχει μέγιστη τιμή ανάμεσα στα δύο ακραία δείγματα, και τείνει προς το μηδέν σε γειτονικά δείγματα. Για να το κάνω πιο λιανά έστω ότι μετριέται η εξυπνάδα από το μηδέν μέχρι το εκατό. Κάποιος που βρίσκεται στο εκατό δεν μπορεί να συνδιαλλαχθεί με κάποιον που βρίσκεται στο μηδέν ενώ κάποιος που βρίσκεται στο ένα μπορεί να συνδιαλλαχθεί με αυτόν που βρίσκεται στο μηδέν.

Δημιουργείται λοιπόν μια πυραμίδα ας πούμε ή καλύτερα ένας ασύμμετρος ρόμβος με κέντρο το 50 που είναι και ο Μ.Ο. και που πιθανότερα μαζεύει και τον περισσότερο κόσμο.

Οι εξυπνότεροι λοιπόν καλούνται - δεδομένης της διευρυμένης γνώσης τους - να δημιουργήσουν και να πλάσουν τον κόσμο. Να κάνουν τα όνειρα του αύριο πραγματικότητα του σήμερα και να κατασκευάσουν από το μηδέν τα όνειρα του αύριο, για να πάρει την σκυτάλη η επόμενη γενιά κ.ο.κ

Οι βλάκες όμως? Οι βλάκες δεν συμμετέχουν σε αυτή την διαδικασία. Και όσο μεγαλύτερη η βλακεία τόσο μεγαλύτερη και η αποχή, όπως και αντίστοιχα όσο μεγαλύτερη η εξυπνάδα τόσο μεγαλύτερη η συμμετοχή.

Βάλτε τον εαυτό σας στην θέση ενός απόλυτα βλάκα και σκεφτείτε. Πως θα νιώθει άραγε αυτός? Ο κόσμος προχωράει και αυτός το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να υπακούει στην αλλαγή αυτή. Η αλλαγή αυτή όμως είναι ξένη δεν είναι δικό του δημιούργημα. Ούτε ποιος την χειρίζεται ξέρει ούτε καν με τι μοιάζει. Όσο βλάκας και να είναι όμως ξέρει ότι αυτό συμβαίνει. Ο κόσμος αλλάζει ταχύτατα και τα αποτελέσματα είναι προφανή και με τεράστια επίδραση στην ζωή του. Πιο γρήγορα αυτοκίνητα, νιτρομπουκάλες, σύγχρονα κέντρα διασκέδασης, μηνύματα πάνω στα πακέτα με τα τσιγάρα του, νέα κινητά, υπολογιστες, facebook. on line poker!!!

Η αδυναμία του να καταλάβει αυτές τις αλλαγές, σε συνδυασμό με την αδικία που υπάρχει στην κοινωνία μας, του δημιουργεί καχυποψία και φόβο. Είναι αδύναμος. Είναι πολλά αυτά που δεν καταλαβαίνει και ξέρει ότι υπάρχουν πολλοί τριγύρω του που μπορούν να του κάνουν κακό. Επίσης λόγω της απόκλισης στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω δεν έχει αρκετούς έξυπνους να τον προστατέψουν και αυτοί οι έξυπνοι που έχει δεν είναι δα και τόσο έξυπνοι, είναι απλά πιο έξυπνοι από αυτόν. Η καχυποψία του εντείνεται.

Έχουμε λοιπόν, a priori, τον Λαλάκι που είναι που είναι βλάκας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προστατέψει τον εαυτό του από την ίδια του την βλακεία. Όμως σαν να μην φτάνει αυτό ο Λαλάκης ζει και σε ένα περιβάλλον στο οποίο είναι ευάλωτος και στην βλακεία των άλλων, όσων είναι μεν βλάκες αλλά λιγότερο από αυτόν, αλλά και από όλους εκείνους που ασχέτως της βλακείας τους δεν έχουν αγαθές προθέσεις. Επιπροσθέτως ο Λαλάκης έχει στερηθεί την δυνατότητα να περάσει σε ένα πανεπιστήμιο για να βοηθηθεί και να οπλιστεί ενάντια στο περιβάλλον του.

Ο Λαλάκης ζει σε ένα περιβάλλον το οποίο τον έχει το ίδιο καταστήσει ακόμα περισσότερο ευάλωτο. Η φοβία και η καχυποψία είναι πλέον κομμάτι της ζωής του. Δεν είναι δυνατόν να παραμείνει αγαθός.

Όλοι μας βρισκόμαστε σε κάποιο σημείο του φάσματος από το μηδέν προς το εκατό. Όσο πλησιάζουμε στο εκατό τόσο μειώνεται η καχυποψία. Αυτός που βρίσκεται στο 100 δεν είναι καχύποπτος. Αυτός που βρίσκεται στο 100 δεν μπορεί να εξαπατηθεί. Η εξαπάτηση για αυτόν είναι άγνωστη λέξη. Είναι σκακιστής που βρίσκεται διαρκώς 100 συνδυασμούς μπροστά από τον σκληρότερο ανταγωνισμό.

Το μέγα σφάλμα είναι ότι έχουμε δομήσει την κοινωνία μας έτσι ώστε η "επιτυχία" ενός πρέπει να απορρέει από την "αποτυχία" ενός άλλου. Τελικά απαιτεί τεράστιο μόχθο το να καταφέρεις να είσαι δίκαιος απέναντι και στους άλλους και στον εαυτό σου. Η αδικία αυτή σε κατατρώει σε κάνει θεριό και πλέον το μόνο που έχει σημασία είσαι εσύ.

Και όμως μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Απλά δεν το ξέρουμε.

τάδε έφη το έρισμα