Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Καταφτάνει το φωτεινό σημάδι

Η ζωή μιας σπίθας

μια καμπυλωτή μυρωδιά

Πριν από αυτό, το αν αξίζει.

Μαζί με αυτό το αν αντέχει. Την ευθύνη.

Γιατί;

Αυτό που δεν ξέρουμε, αυτό που δεν βλέπουμε, αυτό
που υπάρχει μόνο στα μάτια που σε κοιτάνε,

σαν μια θολή μαριονέτα που χορεύει σε ένα όνειρο ξένο

Αυτό γίνεσαι, για δύο στιγμές,

αυτό είσαι.
Αυτό.

και για όλες τις επόμενες που πάνω σε αυτές θα στοιβάζονται,
κάπως για πάντα.

Και εκεί που θα έπρεπε να καταλάβεις
εσύ

δεν καταλαβαίνεις τίποτα.

Εκεί που όλοι περιμένουν, περιμένεις και εσύ, και
διαρκώς...

ένα τίποτα. Σε αναμονή του μυστηρίου.

Στο τέλος δεν είσαι παρά αυτός που προσπαθεί.

Σε αυτά τα μάτια που βλέπουν το ξένο.

Σε αυτά τα μάτια που βλέπουν το άγνωστο.

Σε αυτά τα μάτια που βλέπουν τα όνειρα τους να μπερδεύονται, και την ζωή
να μην τους βγαίνει.

Ένα τέρας.

Να χαλάει όλα του κόσμου τα τρυφερά ονειράτα.
Μέσα σε κάποιον κρυφό θαυμασμό, σε μια πονηρή ματαιοδοξία.
Ντυμένο με όλες τις εικόνες τις συμφοράς και της λατρείας.

Να ανθήσει.

Ένα νούφαρο, μια απουσία,
ή τίποτα από τα δύο.

Και όσο προσπαθείς. Δεν βγάζει νόημα.

Δεν βγάζει νόημα

αδυσώπητα να ψάχνω να βρίσκω να χάνω.

Πονοκέφαλος

Μαύρο φωτάκι μακρινό που ταξιδεύει γρήγορα.

Βαρκούλα ουράνια με δάκρυα χαιρετίσματα,

μεμιάς τα λησμονεί,

το πιο μακρινό πεφταστέρι.

Σαν τον έναστρο ουρανό κι η ανθρώπινη διαύγεια.

Μια αθώα αθόρυβη λυτρωτική ανειλικρίνεια.

Με ένα μικρό βογκητό,

Σε ένα μικρότερο πόνο απάντησε.

Ένιγμα

Μόλις ονειρεύτηκα ένα γλυκό καταφύγιο.
Μια απέραντη χρυσή αμμουδιά
Μαγικά προστατευμένη από τον άνεμο

Ήμουν μικρός μικρός… αόρατος
Ένας χρυσός κόκκος άμμου
Σε πέλαγος ομοίων μου

Και χόρευα να δεις!
Όλοι μας χορεύαμε!
Μπλεγμένοι σε μια αγκαλιά χαζεύαμε
του ουρανού τα παιχνίδια

Χρώματα μπλεγμένα και ήχοι θολοί
Για μάτια και αυτιά που δεν είχαμε
Για νου και μιλιά που δεν είχαμε
Αγάπη και σιωπηρά ερωτόλογα

Σου φώναζα τόσο που
Αν άνθρωπος ήμουν
Θα έσκιζα το στέρνο μου
Σου φώναζα

Την χαρά μου να δουν
Τα γλυκά σου ματάκια

Δεν με κοίταξες μα δεν πειράζει
Έφυγες και πέρασες και άφησες
Μια μονάχα
Ανάσα!

Μισή Μελαχρινή Μελαγχολία
Μετανιωμένη Υπαίτια θεότητα.
Κρυφή ματιά σε μια κλεψύδρα
Που κολυμπάει αναίτια

Στην μητέρα μου

Είναι κάτι στιγμές, τόσο καθημερινές, τόσο σημαντικές.

Σαν μια πρώτη ημέρα της Άνοιξης.

Να απολαμβάνεις το δροσερό αεράκι,

Σαν χαμένο έρωτα.

Σαν παιδική ανάμνηση

Σαν το χθες, στο σήμερα αντίκρυ

Σε ένα πόνο, μια πληγή

Πολύ βαθιά, θαμμένη

Αχ μητέρα.

Άχ παιδί μου

Τόσο πολύ γιατί πονάμε?


Κουράστηκα πολύ.

Κουράστηκα τόσο που πέθανα

Πέθανα και ακόμα πονάω

Και θέλω να βγει το μέσα μου, να ουρλιάξει

Γιατί τόσο γρήγορα?

Γιατί ήταν από πάντα τόσο γρήγορα?

Γιατί βιαζόμαστε?


Μήπως φταίν’ οι πόλεις?

Μήπως γίναμε άπληστοι?

Δεν μας φτάνει ένα όμορφο χαμόγελο?

Μια χαζή μελωδία?

Ένα χέρι απλωμένο στον ήλιο

Ένα νεκρό τριαντάφυλλο δεν μας φτάνει?


Μην είναι δική μου κατάρα?

Μην είμαι εγώ ο άρρωστος?


Μα…

Εμένα μου αρκεί ένα τριαντάφυλλο.

Μου αρκεί το δροσερό αεράκι

Μια βόλτα στην θάλασσα

Μια χαμογελαστή ανατολή


Ποτέ δεν ήθελα περισσότερα

Για εμένα…

Οι άλλοι τα θέλαν.


Με αρρώστησαν και εμένα λες?

Γιατί λίγο, έτσι νιώθω.

Ότι εγώ δεν φταίω.

Δεν φταίω που ξέχασα πως είν’ τα δάκρυα

Δεν φταίω που συχνά φοβάμαι να γελάσω

Μην με δω να γελάω

Είναι σοβαρά τα πράματα!


Λυπάμαι για εμένα μητέρα.

Λυπήσου και για εμένα παιδί μου.

Κυρικάτικη βροχή

Βρέχει επιτέλους.

Νοσταλγημένης Κυριακής απλή βροχή.

που ξεπλένει τα κρίματα


Και όσο ο ήλιος κρύβεται

Τόσο η οδύνη μου ανοίγεται

Να μου θυμίσει ποιος είμαι


Στο πέπλο μιας σονάτας

Σονάτας φεγγαριού


Είμαι εδώ

Για πόσο ακόμα δεν ξέρω

Κρυμμένο μυστικό σε λέξεις που λέω


Σε ήχους μελαγχολικούς,

Η βροχή σιωπηλά μου ψιθυρίζει

Στήθος γυμνό, παγωμένο


Μυαλό παγωμένο

Μυαλό παγωμένο


Είμαι εδώ

Να κοιτώ αυτά που άφησα

Όλα αυτά που θα αφήσω, Όλα


Χαμόγελα, πνοές, δάκρυα

Δύο μάτια που άφησα

Δυο που κάποτε θα αφήσω


Άργησαν ήδη

Όλα άργησαν


Είμαι εδώ

Μια ακόμα επέτειος

Και ας μην είμαι ο υπαίτιος


Να γιορτάζω την στιγμή

Που τα μάτια θα σβολιάσουν

Θα σβήσουν οι νότες


Αχνά, θα ξεχαστούν

Θα περάσουν


Πικρή μου αλήθεια

Σε ένα τηλέφωνο περιμένει η ζωή μου

Έναν ήχο, μια φωνή, την φωνή μου


Μια καλημέρα

Τηλέφωνο κλειστό

Κλειστή και η πόρτα μου


Το παράθυρο στο κόσμο μου

Κλειστό.


Μα εγώ

Εγώ είμαι εδώ, και περιμένω

Ποιόν και τι δεν ξέρω


Μα…

Ψέμα μου γλυκό

Κρυμμένο και πικρό

Εσένα αγαπώ περισσότερο

αν μπορεις (Του Νομπελίστα Βρετανού συγγραφέα Ράντγιαρντ Κίπλινγκ)

Αν μπορείς να σαι ατάραχος όταν τριγύρω οι άλλοι,
σε σένα ρίχνουν τ άδικο μέσα στην παραζάλη.

Αν μπορείς όταν δισταγμούς για σε θα 'χουν εκείνοι,
Να 'χεις στη δύναμή σου εσύ κρυφή εμπιστοσύνη.
Αν μπορείς να σαι ακούραστος όταν προσμένεις κάτι,
Με ψέμα να μην απαντάς στων άλλων την απάτη,
Αν σε μισούν να μη μισείς κι ας είσαι πληγωμένος
Να μην είσαι ευκολόπιστος μήτε πονηρεμένος.

Αν μπορείς να ονειρεύεσαι και τα όνειρα να ορίζεις,
να σκέπτεσαι χωρίς ζωή στη σκέψη να χαρίζεις.
Αν στον Θρίαμβο και στη Καταστροφή έχεις την ίδια γνώμη,
Κι άσειστη θέληση να λες "βάστα καρδιά μου ακόμη".
Αν μπορείς την αλήθεια που 'χεις πει να δεις σακατεμένη,
Μια παγίδα για αφελής μα συ να επιμένεις.
Αν ότι αγάπησες μπορείς ρημάδι ν' αντικρίσεις,
με χαλασμένα σύνεργα το έργο να ξαναρχίσεις.

Αν όσα πλούτη κέρδισες μπορείς να τα σωριάσεις,
σ' ένα παιγνίδι τολμηρό να μη τα λογαριάσεις,
κι όταν χαθούν αχάλαστη να 'ναι η ζωή σου εσένα,
χωρίς να παραπονεθείς ποτέ για τα χαμένα.
Αν σκλάβα σου ν' έχεις μπορείς στη πράξη την καρδιά σου
Να βρεις το θάρρος που έμεινε πολύ καιρό μακριά σου.

Αν μες το πλήθος είσαι αγνός χωρίς να φεύγεις πέρα,
Κι αν όταν συναντάς και βασιλείς είναι μια ίδια μέρα.
Κι αν δεν μπορεί φίλος η εχθρός πίκρες να σε ποτίζει,
Κι αν εκτιμάς κάθε άνθρωπο μονάχα όσο αξίζει.
Κι αν το γοργό καιρό μπορείς σωστά να τον μετρήσεις
Και μέσα του κάθε στιγμή τους θησαυρούς να κλείσεις.
Όλα δικά σου γίνονται τότε σ΄ αυτή τη πλάση
κι είσαι άντρας άξιος που κανείς ποτέ δεν θα σε ξεπεράσει.

Μαύρη τρύπα.


Θέλω να έρθεις να με πάρεις.
Να με πιάσεις από το χέρι
δίχως λέξη!
να βρεθούμε σε ένα σπίτι έτοιμο
να καταποντιστεί.
Μην με κοιτάς
Εγώ δεν θέλω να κάνω τίποτα,
όλα εσύ θέλω να τα κάνεις.
Θέλω να τρελαθείς και να ουρλιάξεις
για όλα όσα ποτέ δεν κοίταξες στα μάτια.
Θέλω όλα σου τα απωθημένα να δω
και αν δεν έχεις
ευθείς αμέσως να αποκτήσεις
και αν πάλι δεν μπορείς
να υποκριθείς.
Μου κάνει και αυτό.
Θέλω να μας ακούσουν όλοι
αυτοί που για εμάς δεν θα υπάρχουν,
να τρίξουν οι καμπάνες και οι τοίχοι να χορέψουν.
σε ένα τραγούδι άσχημο
τραγούδι βουβό.
Θέλω να μου κάνεις έρωτα
σαν να μην υπάρξει ξανά στιγμή,
σκέψου σαν τελειώσουμε ότι θα χωρίσουμε
μαζί με την γη ολάκερη σε δύο
κομμάτια που θα τρέχουν αντίθετα με ταχύτητα ετών φωτός
μέχρι να φτάσουν στα άκρα του διαστήματος
και να διαλυθούν.
Όμοια σαν ένα δάκρυσε
ακουμπισμένο σε ένα βλέφαρο
Βλέμα που ανοίγει!
έτοιμο μάτι να αντιμετωπίσει την τρέλα μου.

Θέλω να σου πω σαγαπώ.

Θέλω να μου πω ψέματα.

Επέτειος - (Ελύτης)

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
στο σημάδι ετούτο που παλεύει
πάντα κοντά στη θάλασσα
νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο απο άνθρωπος

Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α! Ζωή
Παιδιού που γ΄νεται άντρας
Πάντα κοντά στην θάλασσα όταν ο ήλιος
Τν μαθα΄νει ν ανασαίνει κατα εκεί που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου

έφερα την ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δέντρα και λίγα
Βρεγμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαιδέψουν ένα μέτωπο
Ποιό μέτωπο
Κλάψαν ολη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν ακουστεί ένα βημα ελεύθερο
Ν ανατειλει μια φωνή ξεκουραστη
Στο μουράγιο οι μνήμες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντα τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους όρμους γύρω απο την αγάπη

Έφερα την ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
όποιος είδε δύο μάτια ναγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
Μαδα η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
χώμα σκληρό κάτω πο τ ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμώμενο για ιλιγγο
Ηφαίστιο νεκρό

Έφερα την ζωη μου ως εδώ
Πέτρα ταμένη στο υγρό μου στοιχείο
Πιο πέρα απο τα νησιά
Πιο χαμηλά απο το κύμα
Γειτονιά στις άγκυρες
όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
ένα καινούργιο εμπόδιο και το νικάνε
και μόλα τα δελφίνια της αυγάζ η ελπίδα
Κέρδος του ήλιου σε μι ανθρώπινη καρδιά
Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
Μια μορφή απο αλάτι
λαξεμένη με κόπο
Αδιάφορη άσπρη
Που να γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της
Στηρίζοντας το άπειρο

κορμι που θαλασσοπαλευει γερασμενο

Δεν νιώθω μόνος και όμως κανέναν δε βλέπω.
αλήθεια... αυτό το δηλητήριο στην καρδιά μας? ποιος το έβαλε .
Και πόσος καιρός τώρα που μας βιάζει η ανοσία
Και ποσό καιρό ακόμα θα αντέξει το γερασμένο σώμα μας?

Φόβος, φθόνος, καχυποψία.
Και ο Νώε άφαντος. κρυμμένος
Και η πλημμύρα του ?
Πίσω από το βράχο του Ηρακλή κρυμένη
ή νεκρή?

Ας χαθώ εγώ δεν με νοιάζει.
Ισως γεννήθηκα παιδί χαμένο
Σε ενα βασίλειο της μοναξιάς
Σε έναν κόσμο φοβισμένο.

Μα κάτι θα γεννηθεί
Μα κάτι θα πεθάνει
Και απο τις στάχτες
Πάλι κάτι θα γεννηθεί

Easy Living

Η μουσική κυλά
Απλώνεται.
Και ο χρόνος
Πυρήνας μια λέξη όλων
Ο δικός μου
Ο δικός της
Αυτός που χρειάζεται
Για όσο δεν μοιράζεται

Το βράδυ περνά
Και χάνεται
Και το αύριο
Άνθρωπο φέρνει άλλο
Σε θέλω
Δεν θέλω
Ο ιδρώτας να τρέξει
Το στήθος να αντέξει

Η σκέψη περνά
και ορθώνεται
Στο χθες
Στα όνειρα που σπάσαν όλα
Μια στιγμή
Μια ρωγμή
η αγάπη γυρεύει
Το παιδί που πιστεύει.

Το παιδί εκείνο
που κρύφτηκε,
Τον άντρα, που ποτέ
δεν φοβήθηκε
το παιδί εκείνο που κρύφτηκε

στην σκιά του Ελύτη

Μέρες γιρτών.
Απρόσκλητες, μικρές,
των πιο βαθιών σιωπών οι ώρες.
Σαν την σιωπή που τον εαυτό της ερωτεύτηκε,
και τραγούδησε,
τραγούδι στης ψυχής την ηχώ.
Εκεί! στο πουθενά, στο πέλαγο,
οι απουσίες αγγαλιάζουν τις ευχές.
Και τα φιλιά, δάκρυα καυτά,
στο κατάρτι του χαμού.
Τα βλέπω να κυλούν μα το χέρι είναι δεμένο,
την φωτιά να χαιδέψει...
την φωτιά να μην!
Να μην πονέσει, να μην καεί.
Να μην σβήσει.

φαντασία

Πολυταξιδεμένε νου
Σε παραστάσεις Θεάτρων νοερών έχω χορέψει
που την ζωή τους
πολλοί δεν γνώρισαν

Τον εαυτό μου αγγάλιασα
με όλη μου την αγάπη μα και!
με περίσσιο μισανθρωπισμό
καλλιεργώντας μια ταπεινότητα
που με αυθάδεια τώρα πολεμό

περασμένα φαίδρα μεγαλεία
δεν θα κυνηγήσω
Δεν θα βιαστώ να ολοκληρώσω, αυτό
που ποτέ δεν ολοκληρώνεται

αυτό το γλυπτό
πλασμένο από καθαρό πυλό και βρώμικο μετάξι
Αυτόν τον κούρο τον αρχαίο
που η έλλειψη άκρων
προσθέτει στην μεγαλειώτητα του.
Αυτά τα μυστήρια μάτια
που συναντώ σπάνια
στο πρόσωπο του καθρέπτη

Γύρω σου κοιτάς
τις παραστάσεις του μυαλού σου
παιχνίδι δικό σου
ή δικό παιχνίδι τους εσύ