Οι έχοντες της επιστημονική μέθοδο και οι μη (οικοδομώντας τον πύργο της Βαβέλ)

Η γλώσσα και η σκέψη είναι έννοιες συνυφασμένες. Η γλώσσα αποτελεί ένα μέσο έκφρασης και στοιχείο αντίληψης. Παρόλο που γενικά η γλώσσα σαν λέξη και έννοια αναφέρεται σε συγκεκριμένο σημειακό σύστημα ήχων που προέρχονται από το στόμα (με χρήση της αναπνοής, των φωνητικών χορδών, της φυσικής οργανικής γλώσσας και γενικότερα της στοματικής κοιλότητας), γλώσσα αποτελεί κάθε σημειακό σύστημα όπως η νοηματική, η μουσική, ο χορός κτλ. Στο κείμενο όταν αναφέρουμε την λέξη «γλώσσα» θα αναφερόμαστε σε αυτήν την «γλώσσα του στόματος».

Ο λόγος που η ψυχολογία συνδέει τόσο άμεσα τις δύο αυτές έννοιες είναι γιατί μπορεί μεν η σκέψη να ήταν αυτή που γέννησε την ανάγκη για την επικοινωνία, αλλά και την γλώσσα ως μέσο κάλυψης αυτής της ανάγκης, αλλά η γλώσσα κατά την εξέλιξη της έφτασε τελικά να είναι το συνηθέστερο έδαφος ανάπτυξης της σκέψης. Έτσι ο κάθε άνθρωπος δεν μαθαίνει μόνο να μιλάει κάποια γλώσσα αλλά και να σκέφτεται σε αυτήν.

Οι γλωσσολόγοι (ή μεταγλωσσολόγοι) στην προσπάθεια απογύμνωσης του φαινομένου της αλλαγής της γλώσσας από την ηθική οπτική του, κατέληξαν στο ότι η γλώσσα είναι ένα δυναμικό πολυμιμίδιο που διαμορφώνεται από την ίδια την κοινωνία. Με αυτό το πολύ έξυπνο τρόπο ξεμπέρδεψαν φαινομενικά με το ηθικό κομμάτι του αν για παράδειγμα είναι καλό στην ελληνική να αντικατασταθούν όλα τα «ι» («ει», «υ», «η» κτλ) με το «ι» (γιώτα). Αυτό πλέον δεν είναι θέμα που πρέπει να λύσει η γλωσσολογία αλλά η ηθική και συγκεκριμένα η μεταηθική.

Η λέξη «φαινομενικά» τοποθετείται γιατί δεν έχει καθοριστεί το εάν και πόσο η ηθική οφείλει να απασχολεί τους επιστήμονες, στα αντίστοιχα πεδία τους. Και αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα με τεράστιες προεκτάσεις για την θεώρηση του κόσμου μας και του ρόλου μας μέσα σε αυτόν, στο οποίο αξίζει να προβληματιστούμε, και να το εξετάσουμε κάποια στιγμή.

Επιστρέφοντας όμως στο θέμα, και πέρα από ηθικές ή μη προεκτάσεις του ζητήματος, αυτό που συνάγεται και πρέπει να τονιστεί είναι ότι η γλώσσα ως προϊόν της σκέψης δεν μπορεί να είναι κάτι το απόλυτα αντικειμενικό. Βασίζεται σε κοινωνικές και ατομικές ανάγκες. Υπάρχουν λαοί για παράδειγμα που δεν έχουν όνομα για το χρώμα «κόκκινο» και αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ή δεν βλέπουν το κόκκινο χρώμα αλλά ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να το ονοματίσουν. Αυτό κάνει προφανές το ότι η γλώσσα από μόνη της δεν αρκεί για να πραγματοποιηθεί η επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων. Έρευνες μάλιστα έχουν καταλήξει στο ότι το 80% της επικοινωνίας οφείλεται σε παράγοντες άλλους από την χρήση της γλώσσας, όπως ο τόνος της φωνής, οι κινήσεις του σώματος, η αύρα κ.α.

Έτσι, ο γραπτός λόγος είναι προφανές του ότι στερείται εργαλείων επικοινωνίας. Πέραν όμως τούτου, η γλώσσα, είτε αποδίδεται προφορικά είτε γραπτά, δεδομένου του ότι αποτελεί ένα σύστημα είναι διδάξιμο. Οπότε για να μπορέσει αυτό το 20% που απομένει στον γραπτό λόγο, να διατηρηθεί θα πρέπει ο χρήστης αλλά και το ακροατήριο του να έχει επαρκή γλωσσική αγωγή. Όσο αυτή αυξάνεται τόσο βελτιώνεται η επικοινωνία.

Το πρόβλημα όμως που έντεχνα κρύβεται κάτω από αυτή την διαπίστωση είναι το ότι όταν στερούμαστε γλωσσική αγωγή δεν είναι μόνο η ικανότητα μας για επικοινωνία που αποδυναμώνεται αλλά και η ίδια η ικανότητα μας για σκέψη (σκεφτόμαστε με λέξεις αν θυμάστε), και έτσι όχι μόνο δεν ξέρουμε να μιλάμε αλλά τελικά ούτε και να σκεφτόμαστε.

Προς θεού μην μπερδευτείτε φέρνοντας ως παράδειγμα απλά αντικείμενα όπως ένα μήλο. Ένα μήλο για να το σκεφτεί κάποιος δεν χρειάζεται να είναι εκπαιδευμένος στην γλώσσα, αυτό είναι σίγουρο. Όμως είναι επίσης σίγουρο ότι όσα και αν του πέσουν στο κεφάλι δεν θα γίνει Νεύτωνας. Το πρόβλημα έγκειται σε πιο πολύπλοκες έννοιες και κυρίως σε μη αντιληπτές δια των αισθήσεων έννοιες και πράγματα. Η ψυχολογία και εδώ μας προστατεύει μαθαίνοντας μας πως και η σκέψη είναι παράγοντας γνώσεων όσο και οι αισθήσεις παρόλο που αυτές είναι πρωτεύουσες.

Συγκεκριμένα, η επιστήμη χρησιμοποιεί τεκμηριωμένη και ταξινομημένη γνώση για να παράγει άλλη. Χτίζεται λοιπόν ένα ολόκληρο οικοδόμημα η σταθερότητα του οποίου κρίνεται στην «καθαρότητα» των βημάτων του. Όσο πιο ξεκάθαρο το ένα βήμα τόσο πιο στέρεο το επόμενο. Η επιστήμη λοιπόν δεν χωράει υποκειμενισμούς. Για αυτό το λόγο στην επιστήμη έχουμε της λεγόμενες «σχολές». Οι σχολές αν τις εξετάσετε αποτελούν προσεγγίσεις του ίδιου θέματος από, πολύ συχνά, ανεπαίσθητα διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αυτό οφείλεται στην υποκειμενική διαβάθμιση προτεραιοτήτων του εκάστοτε επιστήμονα, η οποία είναι τέτοια που υπακούει τις δικές του πραχτικές προσωπικές ανάγκες βάσει των οποίων δημιουργήθηκε. Τις περισσότερες δε φορές η «σύγκρουση» τέτοιων σχολών καταλήγει σε διαπραγμάτευση αξιωματικών θέσεων. Επίσης τις περισσότερες φορές το γνωστικό αποτέλεσμα είναι τόσο όμοιο που η τεχνολογική του εφαρμογή δεν περιορίζεται από την διαμάχη των αξιωμάτων των «σχολών»

Δυστυχώς δεν μου έρχεται κάποιο προφανές πραγματικό και εύκολα εξηγήσιμο παράδειγμα «σχολών», και δεν είναι ώρα τώρα να ανατρέξω σε επιστημονικά άρθρα ή βιβλία που θα αφορούν σε εξειδικευμένα πράγματα τα οποία μετά θα πρέπει και να εξηγήσω επαρκώς για να έχουν θέση σε ένα εκλαϊκευμένο κείμενο σαν και αυτό. Οπότε τα κοάλα κανένα και τέλος με αυτό.

Το ωφέλιμο συμπέρασμα λοιπόν σε αυτό το σημείο, και πρακτικά εφαρμόσιμο είναι το ότι οφείλουμε να είμαστε πολύ ανοιχτοί όταν συζητάμε. Ιδιαίτερα στον γραπτό λόγο απαιτείται τεράστια προσοχή σε αυτά που γράφουμε και ακόμα μεγαλύτερη σε αυτά που διαβάζουμε καθώς a priori στερούμαστε το 80% της δυνατής επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που τις περισσότερες φορές μετά από μια συζήτηση όλοι οι εμπλεκόμενοι φεύγουν από το τραπέζι όχι μόνο έχοντας την ίδια θέση αλλά και περισσότερα επιχειρήματα να την στηρίξουν. Είναι πάρα πολύ δύσκολο για κάποιον να αποδεχθεί ότι έκανε λάθος σε κάποια θέση του την οποία έχει υποστηρίξει πρακτικά στην ζωή του και βάσει της οποίας στην καλύτερη φιλτράρισε το περιβάλλον του και στην χειρότερη το διαμόρφωσε. Επίσης είναι πολύ δύσκολο να διαπραγματευτεί αξιώματα και προτεραιότητες καθότι απαιτείται η αντίθετη θέση να έχει λάβει υπο όψη της και να έχει διαμορφωθεί από τις ίδιες πρακτικές ανάγκες.

Back to the point

Είναι πολλές φορές που όλοι μας έχουμε έρθει αντιμέτωποι με ανθρώπους που μας γοήτευε η ομιλία τους. Έχουμε πει ή έχουμε ακούσει για παράδειγμα φράσεις τύπου «μιλάει πολύ ωραία αυτός» ή «χαίρεσαι να τον ακούς» ή «έχει τρομερή πένα» κτλ. ή ίσως πιο συχνά έχουμε ξεχωρίσει δασκάλους βάσει της μεταδοτικότητας τους. Ο λόγος είναι ίδιος και αφορά κυρίως στην ικανότητα χρήσης της γλώσσας. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν βρει το παράθυρο –που συνιστά σε τρόπο- να μιλούν ξεκάθαρα και το αποτέλεσμα είναι ομολογουμένως ευχάριστο γιατί η γνώση τους μας διοχετεύεται τρόπον τινά ενέσιμα. Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν υπάρχουν ειδικοί στην συζήτηση και στην σκέψη.

Αυτό το ερώτημα μαίνεται, τουλάχιστον στην αντίληψη μου, ως μια «διαμάχη» για το δικαίωμα του λόγου ανάμεσα σε επιστήμονες και μη, και ειδικά ανάμεσα σε κατόχους κάποιου πτυχίου ανώτερης εκπαιδευτικής σχολής και μη. Είναι κάτι που το συναντάω πολύ συχνά στην ζωή μου συνήθως καλυμμένο κάτω από προσωπικές διαμάχες. Ποιοι άραγε έχουν το «δικαίωμα της άποψης»?

Έχουμε δεχτεί ότι η γλώσσα είναι κάτι στο οποίο εκπαιδευόμαστε, και το ότι η γνώση της γλώσσας βελτιώνει την σκέψη. Επίσης νομίζω πως είναι προφανές ότι η καλύτερη μέθοδος απόκτησης γνώσης είναι η επιστημονική μέθοδος, και πως ο απόφοιτος ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος έχει υπάρξει επαγγελματίας μελετητής. Αν αυτά τα πετάξουμε σε ένα σέηκερ με μια κουταλιά φαντασίας, δύο κουταλιές αριστοτελικής λογικής και μια κουταλιά σημαντικές λεπτομέρειες και τα ανακατέψουμε λίγο αυτά που θα πέσουν στο δοχείο των συμπερασμάτων είναι αφενός το ότι ο απόφοιτος κάποιας ανώτερης σχολής έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει σε διαγωνισμό σκέψης απέναντι σε κάποιον που δεν έχει αποφοιτήσει, και αφετέρου το ότι ίσως γλυτώσαμε μερικές ακόμα παραγράφους που θα επιχειρηματολογούν για τα αυτονόητα.

Σε καμία περίπτωση βέβαια αυτή η παραδοχή αυτής της πιθανότητας δεν αρκεί για να βγάλουν το σκασμό όσοι δεν έχουν πάει σε πανεπιστήμιο (δυστυχώς). Αρκεί όμως για να καταλάβουμε γιατί αυτοί που έχουν πάει «σνομπάρουν» εκείνους που δεν έχουν πάει και πολύ συχνά αρνούνται να συνδιαλεχθούν μαζί τους.

Βασικά, αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι είναι εφικτή η σύγκριση ικανότητας σκέψης και ομιλίας και ότι κάποιοι (αναγκαστικά) είναι καλύτεροι σε αυτό από άλλους ομοίως όπως κάποιοι παίζουν καλύτερα κιθάρα από άλλους ή είναι καλύτεροι κολυμβητές. Και ενώ εκεί δεχόμαστε αξιωματικά το ότι είναι καλύτεροι και κατ’ επέκταση μόνο ερωτήσεις μπορούμε να κάνουμε όταν για παράδειγμα βρεθούμε σε μια παρέα κιθαριστών που συζητάνε για κιθάρες, ουδέποτε δεν αναλογιζόμαστε πως πρέπει να συμπεριφερθούμε όταν στη συζήτηση δεν βρίσκεται κάποιος «ειδικός». Πόσο μάλλον όταν τα θέματα που συζητάμε δεν είναι επιστημονικά εξειδικευμένα και πόσο μάλλον όταν οι ίδιοι οι επιστήμονες αρνούνται να αποδεχτούν το βάρος της ηθικής οπτικής και ανάλυσης του επιστημονικού πεδίου με το οποίο καταπιάνονται. Αναγκαστικά για παράδειγμα η συζήτηση περί «ηθικής» δεν έχει ειδικούς, και αναγκαστικά όλοι είναι εξίσου ειδικοί. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε ότι έχει να κάνει με την φιλοσοφία (η ηθική είναι φιλοσοφία).

Εντέλει όμως η φιλοσοφία είναι επιστήμη. Και όχι μόνο. Είναι η μητέρα όλων των επιστημών αφού όλες οι επιστήμες προέκυψαν από αυτή. Το Wikipedia αναφέρει σχετικά:

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η λέξη φιλοσοφία ετυμολογικά είναι σύνθετη και προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό φιλείν (που σημαίνει αγάπη) και τη λέξη σοφία. Η φιλοσοφία ασχολείται με ερωτήματα ή απορίες που μπορούμε να αποκαλέσουμε οριακά, θεμελιώδη, ή έσχατα. Η αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα που πιθανά ξεπερνούν τις ανθρώπινες γνωστικές δυνατότητες, ακόμα κι αν αυτά παραμείνουν τελικά αναπάντητα, βοηθά στη διερεύνηση των ορίων της ανθρώπινης σκέψης. Δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι φιλοσοφία είναι σκέψη πάνω στην ίδια τη σκέψη και τις δυνατότητες της[1].

Οι εκάστοτε φιλόσοφοι, σύμφωνα με το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσάπτουν στη φιλοσοφία, δημιουργούν και το ανάλογο φιλοσοφικό ρεύμα.

Γενικώς θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς ότι φιλοσοφική σκέψη είναι η διανοητική διερεύνηση βαθέων ερωτημάτων για την σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο και την θέση του σ’ αυτόν. Η φιλοσοφία βέβαια δεν αρκείται στην ανάλυση της πραγματικότητας του εμπειρικού κόσμου, αλλά διατυπώνει προτάσεις για την αλλαγή του. Ένας φιλόσοφος δεν αρκείται στο να διατυπώσει πώς έχουν τα πράγματα, αλλά προχωρά και σε συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσαν να είναι.

Εύστοχα ο Bertrand Russell διατυπώνει πως φιλοσοφία είναι μια δεξαμενή γνώσεων που ακόμα είναι ανέτοιμες προς εξειδικευμένη επιστημονική διαπραγμάτευση. Επομένως, όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί άλλωστε, η φιλοσοφία είναι η επιστήμη των επιστημών, ο κορμός της διεπιστημονικής γνώσης, ο άσβεστος πόθος αναζήτησης του ανθρώπου. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι σύγχρονες θετικές επιστήμες (Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Ιατρική, Αστρονομία κ.α.) αλλά και μεταγενέστερες θεωρητικές (Ψυχολογία, Κοινωνιολογία κ.α.) ξεπήδησαν από το φιλοσοφικό στοχασμό.

Παρόλο το εύρος της έννοιας της Φιλοσοφίας, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι πρόκειται για επιστήμη (και μάλιστα τη "μητέρα" επιστήμη όπως είδαμε). Επομένως η μέθοδος ενός στοχασμού ώστε αυτός να ονομασθεί φιλοσοφικός πρέπει να τηρεί συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και στάδια. Αυτά τα στάδια είναι εκείνα της Παρατηρήσεως, της Υποθέσεως, του Πειράματος, της Απόδειξης και της Επαναλήψεως. Ο φιλοσοφικός στοχασμός απαραίτητα πρέπει να εγκολπώνει την επιστημονική αποδεικτική διαδικασία.

Αν δεχθούμε τα παραπάνω οφείλουμε να δεχθούμε νομίζω και το γεγονός ότι μπορεί η φιλοσοφία να είναι «ανάγκη» για τον άνθρωπο αλλά δεν δικαιούται ο καθένας να λειτουργεί ως φιλόσοφος. Άλλωστε και το φαγητό είναι ανάγκη αλλά αυτό δεν σε κάνει μάγειρα (αν δεν με πιστεύετε ελάτε να σας κάνω το τραπέζι).

Οκ όλα καλά μέχρι εδώ το μόνο που μένει σε εκκρεμότητα είναι να καθοριστεί ο επιστήμονας.

Σε μια παρέα ανθρώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους τα πράγματα είναι εύκολα. Σε έναν ανοιχτό χώρο όμως δεν είναι. Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατόν για κάθε τι που λέει κάποιος σε μια ανοιχτή συζήτηση να σπεύδουμε να ανιχνεύσουμε το εάν αυτά που λέει είναι αλήθεια ή μπούρδες οφείλουμε όλοι σε ότι λέμε να το λέμε σαφώς να το τεκμηριώνουμε επαρκώς και να επισυνάπτουμε ή να αναφέρουμε και σχετικές πηγές που να αποδεικνύουν τα αξιώματα του συλλογισμού μας.

Αυτό νομίζω ότι εννοούσε η ρήση «δεν έχουν όλοι δικαίωμα στην άποψη». Είναι τουλάχιστον υποτιμητικό να εκφέρουμε απόψεις σε θέματα για τα οποία έχουν γραφτεί τόνοι βιβλίων. Η σωστή συζήτηση γίνεται ως εξής. Ρωτάω κάτι στο οποίο δεν έχω επιστημονική γνώση, απαντάω σε κάτι που έχω επιστημονική γνώση και το τεκμηριώνω και επιστημονικά. Εάν δεν έχω επιστημονική γνώση δεν μιλάω. Εάν κανείς δεν έχει επιστημονική γνώση συζήτηση δεν γίνεται και απάντηση δεν δίνεται.

Επειδή ο χρόνος είναι πολύτιμος.

Απόψεις γιόκ.

Περι λογικης: magicicada septendecim




magicicada septendecim, ωραίος τίτλος για άρθρο δεν συμφωνείτε? πάντα έτσι είναι με τα λατινικά. πάντα έτσι είναι με τα σπάνια.

λοιπόν...

το "magicicada septendecim" είναι όνομα μιας φυλής τζιτζικιών, και συγκεκριμένα είναι ακριβώς αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία σε μια κάπως "άσεμνη" στάση, (τους έλαχε μπανιστιρτζής φωτογράφος δεν είναι ότι είναι ανήθικα)


και ναι, εσείς διαβάζετε ένα άρθρο που αφορά στην "Λογική" και όχι στην "βιολογία". Φαντάζομαι ότι τώρα κάπου στο βάθος του μυαλού σας περνάει μια σκέψη που εάν την φέρνατε στο στόμα σας θα ακουγόταν κάπως έτσι: "τι σχέση μπορούν να έχουν τα τζιτζίκια με την λογική"

αυτό που ακολουθεί είναι ένα πολύ όμορφο παράδειγμα της επιστημονικής σκέψης από το βιβλίο Simon Singh με τίτλο «Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά», (εκδόσεις ΤΡΑΥΛΟΣ) το οποίο θα μπορούσα να πω πως είναι για τα μαθηματικά ότι το «ο κοσμος της Σοφίας» για την φιλοσοφία.


«Όπως ακριβώς βρέθηκ ο ρόλος των πρώτων αριθμών στην κατασκοπία, έτσι και αυτοί εμφανίζονται στον φυσικό κόσμο. Τα περιοδικά τζιτζίκια,ειδικότερα τα magicicada septendecim, έχουν το μεγαλύτερο κύκλο ζωής από όλα τα άλλα έντομα. Ο μοναδικός αυτός κύκλος ζωής αρχίζει κάτω από το έδαφος, όπου οι νύμφες ρουφούν υπομονετικά το χυμό από τις ρίζες των δέντρων. Κατόπιν, έπειτα από 17 χρόνια αναμονής, τα ενήλικα τζιτζίκια βγαίνουν από το έδαφος, μαζεύονται και προσωρινά κατακλύζουν το τοπίο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες ζευγαρώνουν, γεννούν τα αυγά τους και πεθαίνουν.
Το ερώτημα που προβλημάτιζε τους βιολόγους ήταν το «γιατί ο κύκλος ζωής του τζιτζικιού είναι τόσο μακρύς. Σημαίνει άραγε κάτι, το γεγονός ότι αυτός ο κύκλος ζωής είναι πρώτος αριθμός ετών.

Μια θεωρία διατυπώνει την άποψη ότι το τζιτζίκι προσπαθεί να αποφύγει ένα παράσιτο με επίσης μεγάλο κύκλο ζωής. Αν το παράσιτο έχει κύκλο ζωής λ.χ. δύο χρόνια, τότε το τζιτζίκι θέλει να αποφύγει έναν κύκλο ζωής που διαιρείται με το 2, αλλιώς το παράσιτο και το τζιτζίκι θα συμπίπτουν χρονικά. Ομοίως και εάν ένα παράσιτο έχει κύκλο ζωής 3 χρόνια κτλ. Τελικά η καλύτερη επιλογή του τζιτζικιού είναι να έχει κύκλο ζωής που να διαρκεί πρώτο αριθμό ετών. Έτσι αν το τζιτζίκι έχει 17ετή κύκλο ζωής σπάνια θα συναντήσει το παράσιτο. Αν το παράσιτο έχει κύκλο ζωής 2 έτη, θα συναντιόνται μόνο κάθε 34 χρόνια, ενώ αν έχει μεγαλύτερο, λ.χ. 16 χρόνια θα συναντούνται μόνο κάθε 272 έτη.

Το παράσιτο για να αντεπιτεθεί, διαθέτει μόνο δύο κύκλος ζωής που αυξάνουν τη συχνότητα σύμπτωσης, τον ετήσιο κύκλο και τον 17ετή κύκλο όπως το τζιτζίκι. Πάντως είναι απίθανο να επιβιώσει ένα παράσιτο επανεμφανιζόμενο 17 έτη στη σειρά, αφού τις πρώτες 16 εμφανίσεις του δεν θα υπάρχουν τζιτζίκια να παρασιτήσει. Από την άλλη με σκοπό να φτάσουν τον 17ετή κύκλο ζωής, ι γενεές των παρασίτων θα έπρεπε να εξελίσσονται κατά το 16ετή κύκλο ζωής. Αυτό θα σημαίνει ότι σε κάποιο στάδιο της εξέλιξης το παράσιτο και το τζιτζίκι δεν θα συνέπιπταν για 272 χρόνια. και στις δύο περιπτώσεις, ο μακρύς κύκλος πρώτων αριθμών ζωής του τζιτζικιού το προστατεύει.

Το γεγονός αυτό εξηγεί ίσως την αιτία που το υποτιθέμενο παράσιτο δεν έχει βρεθεί ποτέ!
Και το αποτέλεσμα είναι ένα τζιτζίκι με 17ετή κύκλο ζωής που όμως πλέον δεν το χρειάζεται


Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι όταν διάβαζα τις τελευταίες δύο γραμμές του αποσπάσματος αυτού, ένιωσα σχεδόν ηδονή. λίγο οι τρίχες που σηκώθηκαν σε όλο μου το σώμα, λίγο το χαμόγελο που ζωγραφίστηκε στα χείλια? λίγο μια ψυχική ανάταση που με έκανε να θέλω να αγκαλιάσω τον γάτο μου?. λίγο ότι ζορίζομαι να το δημοσιεύσω? τι να σας πω δεν ξέρω.

Ο λόγος που διαβάζω όσο περισσότερο μπορώ, είναι ο λόγος που όταν έχω να μελετήσω καιρό νιώθω τέτοια παρακμή που σχεδόν αμέσως αρρωσταίνω.

Πραγματικά ένας από τους λόγους που θέλω να αλλάξει ο κόσμος (και όχι να γίνω πλούσιος) είναι για να έχω εγώ όσο χρόνο θέλω να διαβάζω βιβλία (να γίνω πραγματικά πλούσιος).

ο πύργος της βαβέλ

Κάθεσαι... και την ακούς προσεκτικά, οι λέξεις πέφτουν βροχή σαν κομμάτια παζλ στο πάτωμα και εσύ αναρωτιέσαι. Το μυαλό αγγίζει τα όρια του καθώς προσπαθείς να κατανοήσεις τα νοήματα που παραλείπονται και γρήγορα να καλύψεις τα συλλογιστικά κενά. Σύντομα η ώρα έρχεται και καταλαβαίνεις ότι δεν φταις εσύ. Καταλαβαίνεις ότι είσαι μάρτυρας μιας συνειρμικής ασύνδετης φρασεολογίας.

Σύντομα έρχεται η ώρα που λες

«Ώπα» μαζί με «έλεος» μαζί με «άκυρο» μαζί με «όχι ρε πούστη» και «αμάν»

Αλλά αυτό που ακούγεται τελικά είναι ένα:

«δεν παίζει» ή ένα «δεν έχεις δίκιο» ή ένα «δεν είναι έτσι»

Και τότε εκείνη σε κοιτάει περίεργα και φανερά ενοχλημένη. Δίκιο λες έχει γαμώτο πάλι την ίδια μαλακία έκανα. Έπρεπε να πω κάτι άλλο. Κάτι σε:

«συγνώμη λίγο», ή κάτι σε «ένα λεπτό» ή κάτι σε «περίμενε»

Έτσι για να μην παρεξηγηθεί. Να μην νομίζει ότι το παίζεις μάγκας και υπονοήσεις ότι εκείνη είναι μια ηλίθια ξανθιά. Η ευκαιρία ξανάρχεται και τότε πάλι όμως έχεις πλέον στιγματιστεί. Το ίδιο κάνεις απλά τώρα το κρύβεις. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι φαίνεται να έχεις δίκιο. είσαι πονηρός και εκείνη καχύποπτη. Το πάθος ανεβαίνει και σκιάζειτην λογική. Τώρα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα.

- Ενώ εσύ είσαι καλύτερος?
- όχι, αλλά τι σχέση έχω εγώ?
- ναι βέβαια, εσύ δεν έχεις σχέση, εσύ τα ξέρεις όλα ...

Πάλι γαμώτο. Τελικά πάλι το ίδιο λάθος έκανα και προσπάθησα να το διορθώσω κάνοντας πάλι το ίδιο λάθος που κάνω όταν κάνω το πρώτο λάθος. Από την αρχή έπρεπε να προτάξω την σεμνότητα και την σοφία. Να πω κάτι σε

«α! έχεις απόλυτο δίκιο, συμφωνώ βεβαίως έτσι είναι, πράγματι και πολύ όμορφα το έθεσες *μικρή παύση και μετά* αλλά ρε συ… ξέρεις τι σκέφτηκα μόλις τώρα? Λες να παίζει ρόλο το….»

και μόλις το λες τότε έρχεται η κεραμίδα τύπου «όχι μην είσαι χαζός» τοποθετημένη σε μια άχαρη παρένθεση ή ακολουθούμενη από μια μακρόσυρτα ενοχλητική τελεία.

ο εγκέφαλος και ο εγωισμός κάπου εδώ αρχίζουν και ιδρώνουν. Σύντομα φανερά ενοχλημένος καταφεύγεις στα αληθινά όπλα:

«ξέρεις όμως… η φιλοσοφική προέκταση των νέων εργαλείων που χάρισε στην επιστημονική κοινότητα η μαθηματική ένωση των ελλειπτικών εξισώσεων και των μορφών modular δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης εκτός και εάν έχεις βρει κάποιο προφανές σφάλμα στην απόδειξη του θεωρήματος του Φερμά κόντρα σε όλη την επιστημονική κοινότητα της ανθρωπότητας που προσπαθούσε επί 300 σχεδόν έτη.

Και εκεί αν εξαιρέσεις το φανερά ανοιχτό στόμα σε κοιτάει όπως την κοίταγες και εσύ πριν λίγο. Προσπαθώντας να κρύψεις το ότι δεν καταλαβαίνεις.













Πολλές φορές ο καιρός ξαφνικά φαίνεται να έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Μερικές φόρες όμως σε ρωτάει τι εννοούσες και εσύ δυσκολεύεσαι να παραμείνεις ξενέρωτα λογικός κόντρα στην αποστομωτική και απολύτως αποτελεσματική γοητεία του παραλόγου.

Θέλεις να επικοινωνήσεις μα νιώθεις απελπιστικά μόνος σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια. Θέλεις να πεις «σε παρακαλώ όταν θα μιλάς μαζί μου να προσέχεις την κάθε σου λέξη και να σκέφτεσαι πολύ προτού μιλήσεις και να φροντίζεις να είσαι σίγουρη ότι κατάλαβες τι άκουσες», όχι από εγωισμό επειδή το κάνω εγώ, όχι επειδή είμαι πιο έξυπνος και θέλω να σε μειώσω. Όχι γιατί είσαι πιο όμορφη και θέλω να σε ρίξω. Επειδή πρέπει να προσπαθήσουμε και οι δύο σε αυτό το δύσκολο αγώνα που λέγεται επικοινωνία. Επειδή και οι δύο είμαστε ανειδίκευτοι εργάτες στον πύργο της Βαβέλ. Στο οικοδόμημα της λογικής και της γλώσσας.

Και τότε ίσως σε κοιτάξει και πει: «περίεργος είσαι του λόγου σου». Και τότε θα είσαι ευτυχής. Και τότε θα συμπληρώσει «πολύ περίεργος όμως», θα γυρίσει την πλάτη και θα φύγει.

«Τώρα στα 45 μου θέλω μια γυναίκα με μεγάλα βυζιά» όπως λέει και το ρητό.

Όχι μην μπερδεύεστε. Το θέμα δεν είναι οι γυναίκες. Αυτό λύνεται πανεύκολα με ένα ακριβό σπορ αυτοκίνητο και ένα καλό σακάκι. Όταν τα έχεις αυτά δεν χρειάζεται καν να αυθυποβάλλεις τον εαυτό σου ότι έχεις την απόλυτη αυτοπεποίθηση. Αυθυποβάλλονται οι άλλοι για εσένα ότι την έχεις.

Το θέμα είναι ότι τελικά το μόνο που μένει είναι ο καιρός και το σεξ. Χτες είχε συννεφιά και το κάναμε παραδοσιακά. Σήμερα έχει λιακάδα θα κάνουμε 69. Αύριο που θα συννεφιάσει θα σε πάρω στον αφυγαντηγά. (όχι δεν είναι λάθος η λέξη, είναι συνταγή με 1/3 ποιητική αδεία για την ομοιοκαταληξία, 1/3 από γαλλική αξάν για τον ερωτισμό και 2/3 από την πρακτική ανάγκη για λιγότερο ιδρώτα)

Τχεμπιάν λοιπόν. Και σύντομα: σαλού. Και μετά στο δρόμο για αλλού.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι αυτά φαίνονται από την αρχή. Μπορείς πολύ εύκολα να πεις «άη χέσου μωρή ηλίθια» και να ξεμπερδέψεις. Θα μπορούσες βέβαια να μην πεις και τίποτα αλλά το κακό με τους λιγομίλητους είναι ότι είναι μυστήριοι και κατ’ επέκταση γοητευτικοί. Οπότε πριν το καταλάβεις θα έχεις βρεθεί σε ένα όμορφο καφέ να την ακούς προσεκτικά και οι λέξεις να πέφτουν βροχή σαν κομμάτια παζλ στο πάτωμα και εσύ να αναρωτιέσαι:

Τι σκατά κάνω λάθος? Που στο καλό πήρα την λάθος στροφή και βγήκα τόσο ανώμαλος?

ένα άλυτο αίνιγμα
έξω από την πόρτα σου
ένα ομιχλώδες ερωτηματικό
κάτω από την γλώσσα σου
ένα κέρινο σχοινί
γύρω από το σώμα σου.



ενίοτε τυχαίνει να στέκεσαι μόνος στον βραδινό ουρανό. Και να ρωτάς:

Πώς να αγγίξω τους ανθρώπους? Πώς να αφήσω αυτούς να αγγίξουν εμένα.
που είναι αυτός ο θεός που μας έδωσε χέρια να χτίζουμε και όνειρα για να γκρεμίζουμε.

Περί ισότητας.

Λέξη με μεγάλη δύναμη. Λέξη αγαπημένη, γυναικών, ανδρών, παιδιών. Μα κυρίως λέξη κατατρεγμένων. Γιατί εκείνοι που είχαν δύναμη, την ισότητα ποτέ δεν την θέλησαν.

Ισότητα των φύλων, ισότητα στην απασχόληση, ισότητα στις προσβάσεις, ισότητα στις επιλογές?.

Μα τι θα πει ισότητα τελικά? Να ένας συμπαθητικός ορισμός:

Τα συντάγματα όλων των ελευθέρων κρατών διακηρύσσουν την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, δηλ. ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στο νόμο (της κοινωνίας) και στο κράτος. Η ισότητα των ανθρώπων είναι ανεξάρτητη του φύλου (άντρας ή γυναίκα), του χρώματος (λευκός ή μαύρος), της κοινωνικής θέσης κλπ.


(ορισμός από το LivePedia)



Αυτή είναι η πιο πρακτική έννοια. Ισότητα των ανθρώπων αναφορικά με την ιδιότητα τους να είναι μέλη μίας κοινωνίας. Ίσως εδώ θα πρέπει να αποδεχθούμε εξ αρχής ότι η ισότητα σαν έννοια περιορίζεται στην κοινωνία και δεν αφορά το φυσικό περιβάλλον.
Όχι ότι εκεί δεν παρουσιάζονται ισότητες σε κάποια πράγματα, κάθε άλλο, αλλά δεν θα πρέπει να επιτρέπουμε στην συλλογιστική μας να μπερδεύεται. Η ισότητα αφορά την ανθρώπινη κοινωνία και τίποτα πέρα από αυτήν. Έτσι ορίζεται άλλωστε.

Οπότε θεωρώ φρόνιμο να προσθέσουμε ένα επίθετο στο θέμα της συζήτησης (του μονόλογου εν προκειμένου) και να το πούμε: «περί κοινωνικής ισότητας».

Ερώτηση: η κοινωνία παράγει μέλη? Όχι. Η φύση τα παράγει. Τα μέλη που παράγει η φύση τα παράγει έτσι ώστε να είναι όλα σε θέση από φυσικής άποψης, να «υπηρετήσουν» τον νόμο της κοινωνικής ισότητας? Όχι. Κάποιοι δεν είναι. Ποίοι δεν είναι?

Καταρχάς δεν είναι οι ανάπηροι. Ασχέτως του αν γεννηθήκαν έτσι ή αν το αποκτήσαν κάπως, αυτό δεν μας αφορά, υπάρχουν. Για παράδειγμα ένας τυφλός δεν έχει το δικαίωμα να οδηγεί αυτοκίνητο. Και φρονίμως δεν το έχει. Οπότε αυτός πρακτικά δεν είχε τα ίδια δικαιώματα απέναντι στο νόμο και το κράτος.

Αν το πάμε λίγο παραπέρα και εξετάσουμε μια λογική και ορθή φαινομενικά ως προς την αρχή της κοινωνικής ισότητας, λειτουργία της κοινωνίας θα δούμε πως η προσπάθεια για κοινωνική ισότητα κόντρα στην φυσικά ανισότητα, καταλύει τον εαυτό της.

Γιατί έχουμε κληθεί να διορθώσουμε αυτή την ασυμβίβαστη με την κοινωνική ισότητα φυσική πραγματικότητα, δίνοντας προσβάσεις στους ανάπηρους και προσπαθώντας γενικώς να τους βοηθήσουμε στο να είναι ίσοι. Ορίζουμε έτσι το ποιοι είναι οι ανάπηροι αυτοί και βοηθάμε αυτούς περισσότερο από τους υπόλοιπους. Δίνουμε δηλαδή περισσότερα δικαιώματα και λιγότερες υποχρεώσεις ως αντιστάθμιση. Με αφανή τρόπο έτσι καταλύουμε την αρχή αυτή της κοινωνικής ισότητας. Κάποιοι καλώς ή κακώς δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Μπορούμε να δεχθούμε βέβαια ότι σε κάποιο βαθμό είναι μια αποδεκτή απόκλιση. Ο βαθμός όμως αυτός, αν το εξετάσουμε πιο προσεχτικά δεν είναι και τόσο μικρός. Γιατί έχουμε ορίσει κάπως του ανάπηρους εξαιρώντας κάποιους από αυτό το τίτλο και φτιάχνοντας βαθμίδες αναπηρίας. Όσο πιο ανάπηρος τόσο πιο «ευνοημένος» απέναντι στην κοινωνική ισότητα.

Με λίγη διορατικότητα και επιμονή φανερώνεται και μια ακόμα πτυχή του προβλήματος. Γιατί οι διαφορετικότητα των ανθρώπων δεν στέκεται μόνο στην πρακτικότητα των αισθήσεων τους. Αντίστοιχες ιδιότητες με αυτές των αναπήρων δέχονται και εκείνοι που παρουσιάζουν «συναισθηματικές» ανομοιομορφίες. Οι ψυχικά ασθενείς, ανάλογα βέβαια και με την δική τους βαθμίδα ψυχικής ανισορροπίας.

Για να γίνει πιο σαφής η έκταση της ως άνω παρατήρησης θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι κοινωνία δεν είναι το κράτος, ή ακόμα και αν είναι, η ισότητα της κοινωνίας δεν σταματάει εκεί. Στο σύνταγμα για παράδειγμα. Εισέρχεται και αφορά όλες τις κοινωνικές ομάδες. Πόλεις, γειτονιές, ομάδες άθλησης, σχολικές τάξεις, παρέες, οικογένειες.

Εκεί λοιπόν σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης το πιο συγκεκριμένο όσων αφορά τους ρόλους του καθένα, τα πράγματα περιπλέκονται. Για παράδειγμα πόσο ίσος απέναντι στην ελευθερία του λόγου είναι κάποιος μέσα σε έναν χώρο όπου κανείς δεν επιθυμεί να τον ακούσει. Και πως σώζεται η ελευθερία της επιλογής των άλλων να μην τον ακούσουν αφού δεν θέλουν. Δεν σώζεται. Είναι ηλίου φαεινότερων ότι οι κοινωνικές ομάδες δεν υπακούν τη ισότητα.

Αυτό σημαίνει πως η ισότητα περιορίζεται όσο πλησιάζουμε το διαπροσωπικό επίπεδο ανθρωπίνων σχέσεων. Και πως αντιλαμβάνεται άραγε ένας άνθρωπος την κοινωνική ισότητα όταν δεν την βιώνει στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Όταν αυτή η έννοια έχει μόνο θεωρητική αξία?

Στην πράξη η ισότητα είναι μια θεωρία χωρίς την απαραίτητη πρακτική της ισχύ. Είναι μια θεωρία που θέτει κάποια όρια συμπεριφοράς και τίποτα παραπάνω. Δεν έχει καμία πρακτική ισχύ στην φύση και στην πραγματικότητα πέρα από αυτήν του πλαισίου συμπεριφοράς.

«Ορισμένα τινά Ελληνικά θήλεα ζητούν να δοθή ψήφος εις τας γυναίκας. Σχετικώς με το ίδιον τούτο θέμα διαπρεπέστατος επιστήμων είχεν άλλοτε αναπτύξει από του βήματος της Βουλής το επιστημονικώς πασίγνωστον, άλλως τε, γεγονός ότι παν θήλυ διατελεί εις ανισόρροπον και έξαλλον πνευματικήν κατάστασιν ωρισμένας ημέρας εκάστου μηνός? Νεώτεραι και ακριβέστεραι έρευναι καταδείκνυσιν ότι ου μόνον ωρισμένας ημέρας, αλλά δι? όλου του μηνός τελούσιν άπαντα τα θήλεα εις πνευματικήν και συναισθηματικήν ανισορροπίαν, τινά δε μετρίαν, τα πλείστα δε σφοδροτάτην και ακατάσχετον, άτε και παντοιοτρόπως εκδηλουμένων και κλιμακουμένων συν τω χρόνω? Επειδή εν τούτοις αι ημέραι αύται, δεν συμπίπτουν ως προς όλα τα θήλεα, είναι αδύνατον να ευρεθή ημέρα πνευματικής ισορροπίας και ψυχικής γαλήνης όλων των θηλέων, ώστε την ευτυχή εκείνην ημέραν να ορίζονται αι εκάστοτε εκλογαί. Η γυναικεία συνεπώς ψήφος είναι πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον.» (άρθρο του 1928.)

αφρικανος!!!!!!!

Αγάπησα Αφρικανό
Που είχε έρθει με κανό
Από τη Μαύρη Ήπειρο
Τον είδα σε μια λαϊκή
Και τότε ήμουνα λευκή
Σα φέτα από την Ήπειρο

Αφρικανέ Αφρικανέ
Θέλεις να κάνουμε κονέ;

Αγάπησα Αφρικανό
Και σε υπόγειο σκοτεινό
Με πήγε αξημέρωτα
Πάνω σε στίβες DVD
Και σε παράνομα CD
Κάναμε οι δυό μας έρωτα

Αφρικανέ Αφρικανέ
Σε σημειώνω στο καρνέ

Αγάπησα Αφρικανό
Μα έφευγε κάθε πρωινό
Και μόνη μου βαριόμουνα
Έφτιαχνα τότε το μαλλί
Και μ' άλλους μαύρους η τρελλή
Άρχισα και κοιμόμουνα

Αφρικανέ Αφρικανέ
Μου φαίνεσαι πολύ ξενέ

Αγάπησα Αφρικανό
Και μ' έπιασε μ' ένα τεκνό
Τον κολλητό το φίλο του
Και τώρα το ομολογώ
Είμαι Αφρικανή κι εγώ
Απ' το πολύ το ξύλο του

Αφρικανέ Αφρικανέ
Τη μούρη μούκανες πανέ